known

Νομολογία: ΜονΠρΘεσ 45/2016

Έγγαμη συμβίωση . Διακοπή της έγγαμης συμβίωσης υπάρχει όταν η σχέση μεταξύ των συζύγων έχει κλονισθεί ανεπανόρθωτα, ακόμη και όταν οι σύζυγοι συμβιώνουν τυπικά σε διαφορετικούς χώρους της ίδιας κατοικίας.

Γονική μέριμνα. Αν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση των συζύγων, προκύπτει η ανάγκη να ρυθμιστεί η επιμέλεια των ανήλικων παιδιών τους· το δικαστήριο διαπιστώνει σοβαρή διατάραξη των σχέσεων μεταξύ της μητέρας και των παιδιών, που διανύουν την εφηβική τους ηλικία, με συνέπεια την αποξένωσή τους απ’ αυτήν και την προσκόλληση στον πατέρα τους, η έλλειψη επικοινωνίας καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι η μητέρα άφηνε σημειώματα στα παιδιά για να τα ενημερώσει όσες φορές σκόπευε να απουσιάσει από το σπίτι. Το δικαστήριο, συνεκτιμώντας και την ιδιαίτερη επικοινωνία με τα παιδιά, αναθέτει προσωρινά την επιμέλειά τους στον πατέρα τους.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων Χ. Μ και Α. Τ. που εξετάστηκαν στο ακροατήριο με την επιμέλεια του αιτούντος – καθού η προφορικώς ασκηθείσα ανταίτηση και της καθής – προφορικώς ανταιτούσας αντίστοιχα, που εκτιμώνται σε συνδυασμό μεταξύ τους και κατά το λόγο της γνώσεως και της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, των εγγράφων  που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, την υπ΄ αριθ. 2458/4.11.2015 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Χ. Α  που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης με την πρωτοβουλία της καθής η αίτηση – προφορικώς ανταιτούσας χωρίς να απαιτείται κλήτευση του αντιδίκου της, δεδομένου ότι στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπόψη ακόμη και χωρίς κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις προσκομίζει (ΑΠ 120/2010 ΝοΒ 2010.1176, ΑΠ 904/2002 ΕλλΔνη 44.1284, ΑΠ 739/1988 ΕΕΝ 1989.384, ΕφΠατρ 802/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), η οποία κλήτευση σε κάθε περίπτωση έλαβε χώρα και από όλα όσα ανέπτυξαν προφορικά στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, και με τα έγγραφα σημειώματά τους οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, σε συνδυασμό με την επικοινωνία του δικαστηρίου με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων Α. και Δ., καθώς και από όλη, γενικά, τη διαδικασία, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στις 06.12.1995 στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος στη συνέχεια ιερολογήθηκε κατά το τυπικό της ανατολικής ορθοδόξου Εκκλησίας, στις 29.9.1996, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, την Α. που γεννήθηκε στις 31/10/2001 που φοιτά στην Τρίτη τάξη του Γυμνασίου και τον Δ., που γεννήθηκε στις 4.10.2003  και φοιτά στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Η σχέση των διαδίκων αρχικώς υπήρξε αρμονική, ακολούθως, όμως, εξελίχθηκε ανώμαλα, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται πλέον καμία επικοινωνία μεταξύ τους τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του 2015, παρόλο που παραμένουν κάτω από την ίδια στέγη. Ειδικότερα, αφενός η καθής προσάπτει στο σύζυγό της ότι οι προσωπικές τους σχέσεις σαν ζευγάρι έχουν πάψει να υπάρχουν εδώ και οκτώ χρόνια και ότι ο αιτών είναι απόμακρος και την κρατά ανέραστη παρά τις μάταιες προσπάθειές της να τον προσεγγίσει, επικαλούμενη ωστόσο ότι αυτός επιδεικνύει μια ιδιαίτερα ζηλότυπη συμπεριφορά, που δεν συνάδει με την προαναφερόμενη επικαλούμενη αδιάφορη στάση του απέναντί της, αφετέρου ο καθού προσάπτει σ’ αυτήν ότι έχει συνάψει εξωσυζυγικό δεσμό και ότι παρά τις απέλπιδες προσπάθειές του να σώσει το γάμο τους, η ίδια η καθής παραδέχτηκε σ’ αυτόν τον δεσμό αυτό, ότι η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη και του ζήτησε να δεχτεί την κατάσταση ως έχει, γεγονός που η καθής αρνείται σφόδρα, παρά το ότι ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας του αιτούντος, αστυνομικός, ρητά και κατηγορηματικά κατέθεσε ότι την είδε με τα ίδια του τα μάτια να φιλά δημοσίως κάποιον άλλον άνδρα, σε καφέ μπαρ. Αν και οι σχέσεις τους κλονίστηκαν ανεπανόρθωτα, αμφότεροι οι διάδικοι επέλεξαν να συνεχίσουν να διαβιούν μετά των τέκνων τους κάτω από την ίδια στέγη με ιδιαιτέρως αρνητικά αποτελέσματα τόσο για τους ίδιους, όσο και για τα τέκνα τους, τα οποία άρχισαν να υιοθετούν μία  αρνητική στάση εναντίον της μητέρας τους, θεωρώντας της ως την αιτία για τη διάλυση του γάμου και της οικογένειάς τους, αποξενώθηκαν ψυχικά από αυτήν, έχοντας προσκολληθεί στον πατέρα τους με τον οποίο νιώθουν ασφάλεια και σιγουριά. Ειδικότερα πιθανολογήθηκε, ότι πλέον δεν υφίσταται ουδεμία επικοινωνία μεταξύ της καθής και των τέκνων της, τα οποία αρνούνται ακόμη και να της απευθύνουν το λόγο, ή να έχουν οιαδήποτε λεκτική επικοινωνία μαζί της, έχοντας αποξενωθεί από αυτήν, ενώ κάθε φορά που η καθής επρόκειτο να λείψει από το σπίτι είτε για να επισκεφθεί τους γονείς της, είτε για διακοπές, άφηνε σημειώματα για να ενημερώσει τα τέκνα της για την απουσία της, πράγμα που καταδεικνύει την έλλειψη επικοινωνίας τους, ενώ με έγγραφο σημείωμά της στις 5.7.2015 προς τη θυγατέρα της παραπονέθηκε για την απαξιωτική και εχθρική συμπεριφορά της, της ζήτησε να σταματήσει τη συμπεριφορά αυτή, διαφορετικά θα καταφύγει στην αστυνομία ή στον εισαγγελέα για να της γίνουν συστάσεις. Μάλιστα αμφότεροι διάδικοι επικαλούνται ότι την 4η.1.2015 έλαβε χώρα συζήτηση μεταξύ των παιδιών και της μητέρας, κατά την οποία τα τέκνα της είπαν ότι γνωρίζουν για τη σχέση και της ζήτησαν, θεωρώντας ότι τα παράτησε, να φύγει, η μεν καθής όμως θεωρεί ότι ο διάλογος αυτός και όσα ελέχθησαν από τα τέκνα της ήταν αποτέλεσμα προτροπής και εντολής του πατέρα, τέτοια όμως καθοδήγηση δεν πιθανολογήθηκε.

Ενόψει της όλως δυσλειτουργικής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει το ζεύγος των αντιδίκων κρίνεται ότι υφίσταται ουσιαστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης αφού επήλθε ψυχική απομάκρυνση του ενός από τον άλλον, με τη βούληση να μην έχουν πια κοινωνία βίου το μόνο δε που συνδέει τους διαδίκους είναι ότι συμβιώνουν τυπικά στην ίδια οικία, ιδιοκτησίας του αιτούντος (συνοίκηση υπό ευρεία έννοια), οπότε φαινομενικά μεν προκύπτει έγγαμη συμβίωση, στην ουσία όμως έχει διακοπεί η συμβίωση αυτή, ενώ η διαμονή τους στην ίδια οικία, σε διαφορετικούς χώρους, δεν αναιρεί τη διάσταση (ΟλΑπ 20/1990 δημοσίευση σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1589/2005 δημοσίευση σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1504/2003 ΕλλΔνη 2004.415, ΑΠ 809/2002 ΑρχΝ 2003.63).

Εφόσον έχει διασπασθεί η έγγαμη σχέση των διαδίκων συζύγων, ανακύπτει επείγουσα περίπτωση, που συνίσταται στην άμεση και επιτακτική ανάγκη ρύθμισης των βιοτικών σχέσεων των ανηλίκων τέκνων τους και της προσωρινής ρύθμισης της επιμέλειας αυτών, καθώς κρίνεται ότι η διαιώνισή της χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο συγκατοίκησης με όλες τις ανωτέρω συνέπειες δεν είναι λειτουργική για την οικογένεια, απορριπτόμενου του ισχυρισμού της καθής περί ελλείψεως κατεπείγοντος, το οποίο ωστόσο κατ’ ουσίαν συνομολογεί με την άσκηση ανταίτησης με αντίστοιχο περιεχόμενο. Πιθανολογήθηκε εν συνεχεία ότι και οι δύο διάδικοι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους και μπορούν να ανταποκριθούν στο καθήκον της άσκησης της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους, πρέπει όμως να καταλογιστεί σ’ αυτούς ότι δεν προσπάθησαν να διαχειριστούν με ωριμότητα το ζήτημα του χωρισμού τους απέναντι στα τέκνα τους.

 Ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι η καθής δεν είναι σε θέση να φροντίσει τα ανήλικα τέκνα της, ότι δεν ενδιαφέρεται για αυτά, ή ότι είναι ακατάλληλη ως μητέρα, ή ότι χειροδίκησε σε βάρος της θυγατέρας της, δεν πιθανολογήθηκε, αντιθέτως αντικρούεται από την κατάθεση της μάρτυρος της καθής. Είναι όμως γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα οι σχέσεις των παιδιών με την καθής μητέρα τους έχουν διαταραχτεί σοβαρά με αποτέλεσμα να έχουν πλήρως αποξενωθεί από αυτήν και να προσκολληθούν στον πατέρα τους, με τον οποίο είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένα. Έτσι έχουν διαμορφώσει μία δυνατή συναισθηματική σχέση με τον πατέρα τους, εν αντιθέσει με τη μητέρα τους, για την οποία έχουν αρνητική άποψη όπως προεκτέθηκε. Η επί του παρόντος έλλειψη ψυχικού δεσμού μεταξύ των ανηλίκων με τη μητέρα τους και η τεταμένη ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι επιδρούν δυσμενώς και βλάπτουν την ψυχική ηρεμία και την ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, λαμβανομένου υπόψη και του ότι αμφότερα τα ανήλικα διανύουν την περίοδο της εφηβείας.

Και τα δύο ανήλικα τέκνα, κατά την προσωπική επικοινωνία τους με την δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, δήλωσαν αμέσως, ρητά, ανεπιφύλακτα, ανενδοίαστα και με σαφήνεια ότι η επιθυμία τους είναι να μείνουν με τον πατέρα τους, με τον οποίο είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένα, αποκρούοντας κατά τρόπο κατηγορηματικό και έντονο τη σκέψη να διαμείνουν έστω και προσωρινά με τη μητέρα τους, για την οποία έχουν αρνητική άποψη. Τα ανήλικα αυτά, διανύοντας την εφηβική ηλικία, διαθέτουν ωριμότητα ανάλογη της ηλικίας τους και έχουν διαμορφωμένη προσωπικότητα και ωριμότητα τέτοια, που τους επιτρέπουν να έχουν δική τους επιλογή και προτίμηση για τον τρόπο διαβιώσεώς τους, που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Πράγματι, έχουν διαμορφώσει μία δυνατή συναισθηματική σχέση με τον πατέρα τους, εν αντιθέσει με τη μητέρα τους, για την οποία έχουν αρνητική και απαξιωτική άποψη, η οποία – ανεξάρτητα από το ότι εν μέρει υποδαυλίζεται και από τον αιτούντα – τα έχει επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αρνούνται να διαμείνουν κοντά της. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η ανωτέρω αρνητική στάση των ανηλίκων ασχέτως αν εν μέρει υποδαυλίζεται και από τον αιτούντα κατά τα προεκτεθέντα, δεν κρίνεται ότι είναι προϊόν πειθαναγκασμού του πατέρα τους ώστε ο τελευταίος να τα καθοδηγεί στο να αναπτύξουν αυτή την αρνητική συμπεριφορά σε βάρος της μητέρας τους, να τα τρομοκρατεί και να απαγορεύει σ’ αυτά οποιαδήποτε λεκτική επικοινωνία με τη μητέρα τους, ενόψει αφενός της ηλικίας τους και ως άνω ωριμότητας των ανηλίκων,. Που σε κάθε περίπτωση ουδόλως έδωσαν την εντύπωση ότι φοβούνται τον πατέρα τους και αφετέρου της πιθανολογηθείσης ως άνω πικρίας του για τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης την οποία καταλογίζουν στη μητέρα τους. Η ίδια η καθής στο σημείωμά της συνομολογεί ότι μόλις η ίδια μπαίνει στο σπίτι όταν λείπει ο πατέρας τους για να επικοινωνήσουν μαζί της κλείνονται επιδεικτικά στο δωμάτιό τους. Συνεπώς, την ίδια συμπεριφορά υιοθετούν και όταν ο πατέρας τους απουσιάζει, γεγονός που απομακρύνει την εκδοχή του ότι έτσι λειτουργούν από φόβο απέναντι στον πατέρα τους. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι τα αρνητικά αυτά αισθήματα δυσπιστίας προς τη μητέρα τους, κυρίως ο πατέρας τους, αλλά και η μητέρα τους, οφείλουν να αμβλύνουν με την πάροδο του χρόνου, προς όφελος της ψυχολογικής ισορροπίας και ανάπτυξης των ανηλίκων.

Συνεπώς, αναφορικά με το ζήτημα της επιμέλειας των ανηλίκων το Δικαστήριο κρίνει με γνώμονα το αληθινό συμφέρον των τέκνων και μάλιστα όχι μόνο το ψυχικό, αλλά και το σύνολο της διαμόρφωσης της προσωπικότητάς τους, συνεκτιμώντας την ωριμότητά τους σε σχέση με την ηλικία τους και δεχόμενο και την αντίστοιχη επιθυμία τους που εκφράστηκε στην ιδιαίτερη επικοινωνία που είχαν με τη Δικαστή του Δικαστηρίου τούτου, ότι αυτή πρέπει να ανατεθεί στον αιτούντα πατέρα, ο οποίος έχει τα ανάλογα προσόντα να ανταποκριθεί στο λειτουργικό αυτό καθήκον, το οποίο άσκησε με επάρκεια τόσο κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την αντίδικό του, όσο και μετά τη διάσπασή της, ενώ δεν ενδείκνυται προς το παρόν η απόσπαση τους από αυτόν, γιατί αυτή θα είχε ως αντίκτυπο την ψυχική και συναισθηματική επιβάρυνση των ανηλίκων, γενομένης δεκτής της αίτησης αναφορικά με την ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων στον αιτούντα, και απορριπτομένης της ανταίτησης κατά το αντίστοιχο αίτημα.

[Σύμφωνα με την ΑΚ 1511 παρ. 2, κάθε απόφαση του δικαστηρίου που σχετίζεται με τη γονική μέριμνα οφείλει να αποβλέπει στο συμφέρον των παιδιών και να μην προβαίνει σε διακρίσεις των γονέων λόγω φύλου. Ειδικά, σε περίπτωση διαζυγίου ή διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, παράμετρος που πρέπει να αξιολογείται από το δικαστήριο είναι και οι δεσμοί των παιδιών με τους γονείς του (ΑΚ 1514, 1513 παρ. 2). Στο δεσμό που έχουν αναπτύξει τα παιδιά με τον πατέρα τους εστίασε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ανέθεσε προσωρινά την επιμέλειά τους σ’ αυτόν και όχι στη μητέρα τους – Πηγή: Αρμενόπουλος].