images

ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥ: ΕΙΔΗ, ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ 
ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

Η νομοθεσία για την υιοθεσία κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο με τον Ν. 2447/1996, ο οποίος αντικατέστησε το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς και τροποποιήθηκε, εν μέρει, με νεότερους νόμους. Ως θεσμός του οικογενειακού δικαίου, η υιοθεσία διέπεται από τα άρθρα 1542-1588 του Αστικού Κώδικα, στα οποία προβλέπονται αναλυτικά τόσο η διαδικασία και οι ειδικές προϋποθέσεις, όσο και οι συνέπειες της νομικής πράξης της υιοθεσίας. Ο πρωταρχικός σκοπός της υιοθεσίας, τον οποίο εξυπηρετούν οι νόμιμες προϋποθέσεις που παρατίθενται, είναι η καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση του συμφέροντος του υιοθετούμενου, προκειμένου αυτό να αναπτυχθεί ηθικά και πνευματικά σε ένα ήρεμο και υγιές οικογενειακό περιβάλλον. Ο νόμος θεσπίζει, στη διάταξη του άρθρου 1542 του Αστικού Κώδικα, ως κανόνα την υιοθεσία ανηλίκων, δηλαδή, όσων δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, άγαμων ή έγγαμων, ενώ προβλέπει ως εξαίρεση την υιοθεσία ενηλίκων (1579 ΑΚ). Επιτρέπεται, μάλιστα, να υιοθετηθούν, από το ίδιο πρόσωπο, περισσότεροι ανήλικοι με την ίδια πράξη ή διαδοχικά (1547 ΑΚ).

1. Ποια τα είδη της υιοθεσίας;
Τα είδη της υιοθεσίας διαμορφώνονται ανάλογα με τις επιθυμίες του/των υποψήφιου/ων θετού/ών γονέα/ων. Ειδικότερα:
α) αν οι θετοί γονείς γνωρίζουν το ανήλικο παιδί που αποφάσισαν να υιοθετήσουν, στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ιδιωτική υιοθεσία, για την οποία ακολουθείται η διαδικασία που ορίζει ο Αστικός Κώδικας και διαρκεί μικρότερο χρονικό διάστημα, συγκριτικά με τη δημόσια υιοθεσία.
β) αν επιλέξουν να υιοθετήσουν ένα παιδί από κάποιο κρατικό ίδρυμα- δημόσια υιοθεσία- πρέπει να γνωρίζουν ότι η ολοκλήρωση της διαδικασίας ενδέχεται να διαρκέσει αρκετά έτη, λόγω της γραφειοκρατίας.
γ) διακρατική υιοθεσία: όταν οι θετοί γονείς και το υιοθετούμενο προέρχονται από διαφορετικές χώρες. Μετά την κύρωση, από την Ελλάδα, της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης του 1993 για τις διακρατικές υιοθεσίες, με τον Ν. 3765/2009, οι διατάξεις του Ν. 2447/1996 (Υιοθεσία στην Ελλάδα) εφαρμόζονται μόνο στις διακρατικές υιοθεσίες που δεν ρυθμίζονται από τη Σύμβαση της Χάγης, δηλαδή είτε σε υιοθεσίες (από Έλληνες ή συνήθως διαμένοντες στην Ελλάδα) παιδιών που έχουν τη συνήθη διαμονή τους σε κράτος που δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση της Χάγης, είτε σε υιοθεσίες παιδιών, με συνήθη διαμονή στην Ελλάδα, από υιοθετούντες με συνήθη διαμονή σε κράτος που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Διεθνή Σύμβαση.

2. Ποιες οι απαιτούμενες εκ του νόμου ουσιαστικές προϋποθέσεις της ιδιωτικής υιοθεσίας κατά τον Αστικό Κώδικα;
Α) Δικαιοπρακτική ικανότητα υιοθετούντος: Σύμφωνα με το άρθρο 1543 ΑΚ, αυτός που υιοθετεί πρέπει να έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, δηλαδή να διαθέτει τόσο την ωριμότητα όσο και την καλή σωματική και ψυχοδιανοητική κατάσταση, χαρακτηριστικά που αποτελούν συνάρτηση όχι μόνο της ηλικίας αλλά και της υγείας του ατόμου. Συνεπώς, όσοι βρίσκονται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, δηλαδή, έχουν κηρυχθεί, από το δικαστήριο, ανίκανοι για οποιαδήποτε δικαιοπραξία, όσοι τελούν υπό μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση και στερούνται, με δικαστική απόφαση, ικανότητας για υιοθεσία, καθώς και εκείνοι που, κατά τον χρόνο τέλεσης της υιοθεσίας, δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους, δεν επιτρέπεται εκ του νόμου να υιοθετήσουν. Αντίθετα, οι υπό επικουρική δικαστική συμπαράσταση μπορούν να υιοθετήσουν, αρκεί να συναινεί ο δικαστικός συμπαραστάτης τους. Πρέπει, ακόμη, να επισημανθεί ότι είναι δυνατή η υιοθεσία συγγενικού προσώπου (λ.χ. αδερφού από αδερφό, ανιψιού από θείο), όμως ο φυσικός γονέας δεν μπορεί να υιοθετήσει το βιολογικό του τέκνο ή τον εγγονό του.
Β) Όρια ηλικίας υιοθετούντος (1543 ΑΚ): Ο νόμος καθιερώνει ένα κατώτατο και ένα ανώτατο όριο ηλικίας για αυτόν που επιθυμεί να υιοθετήσει: πρέπει να έχει συμπληρώσει τα 30 του χρόνια και να μην έχει υπερβεί τα εξήντα. Τα όρια αυτά θεσπίστηκαν με στόχο να εξασφαλιστεί η ωριμότητα του θετού γονέα, η σωματική, ψυχική και πνευματική του υγεία καθώς και η αποφυγή του ενδεχόμενου σύναψης σχέσης με το θετό τέκνο. Με κατευθυντήρια αρχή ότι το συμφέρον του τέκνου δεν εξυπηρετείται όταν ο θετός γονέας είναι ηλικιωμένος- στερείται σωματικών και ψυχικών δυνάμεων για την ανατροφή του τέκνου- ο νομοθέτης δεν επιτρέπει την υιοθεσία όταν ο υποψήφιος να υιοθετήσει είναι άνω των 60 ετών. Αντίστοιχα, ο προσδιορισμός του κατώτατου ορίου τέθηκε διότι η ηλικία των 30 ετών θεωρείται αναπαραγωγική ηλικία και ως εκ τούτου ο υποψήφιος γονέας μπορεί να αποκτήσει παιδί και μέσω των μεθόδων της ιατρικής υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (τεχνητή γονιμοποίηση), πριν την επιλογή της υιοθεσίας.
Σημειωτέον ότι όριο ηλικίας ως προς το υιοθετούμενο δεν τίθεται από το νομοθέτη. Στην υιοθεσία ανηλίκου, το ανώτατο όριο είναι το 18ο έτος, ενώ όσον αφορά στο κατώτατο, πρέπει το ανήλικο τέκνο να έχει συμπληρώσει τρεις μήνες από τη γέννησή του, βάσει του άρθρου 1551 ΑΚ. Εκ των πραγμάτων, δεν είναι δυνατή η υιοθεσία κυοφορούμενου τέκνου.
Γ) Διαφορά ηλικίας υιοθετούντος- υιοθετούμενου (1544 ΑΚ): Η υιοθεσία είναι επιτρεπτή, όταν ο θετός γονέας είναι μεγαλύτερος από το θετό τέκνο κατά, τουλάχιστον, 18 χρόνια. Ωστόσο, η διαφορά ηλικίας τους δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 50 χρόνια. Ο κανόνας αυτός υπόκειται σε κάποιες εξαιρέσεις. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι μπορεί να τελεστεί υιοθεσία και με μικρότερη διαφορά ηλικίας:
Όταν πρόκειται για σύζυγο που επιθυμεί να υιοθετήσει το τέκνο που υιοθετείται ταυτόχρονα ή που έχει ήδη υιοθετηθεί από τον άλλο σύζυγο (1544 εδ. 2 ΑΚ).
Επίσης, δεν είναι ανεπίτρεπτη η υιοθεσία, από τον έναν σύζυγο, του φυσικού τέκνου του άλλου συζύγου, αρκεί όμως η διαφορά ηλικίας μεταξύ θετού γονέα και θετού τέκνου να μην είναι μικρότερη των 15 ετών (1544 εδ. 3 ΑΚ).
Όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, είτε στο πρόσωπο αυτού που υιοθετεί είτε αυτού που υιοθετείται. Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο αποφασίζει την τέλεση της υιοθεσίας, αφού συνεκτιμήσει πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου.
Οι ανωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις (δικαιοπρακτική ικανότητα, όρια ηλικίας, διαφορά ηλικίας), κατά ρητή επιταγή του νομοθέτη, αρκεί να συντρέχουν στο πρόσωπο του ενός εκ των συζύγων, στην περίπτωση υιοθεσίας από συζύγους του ίδιου τέκνου από κοινού.
Δ) Μη ύπαρξη άλλου θετού γονέα (1545 ΑΚ): Πρόκειται για την αρνητική προϋπόθεση τέλεσης υιοθεσίας- δηλαδή πρέπει να μην υπάρχει- κατά την οποία δεν επιτρέπεται να υιοθετηθεί το ίδιο πρόσωπο ταυτόχρονα από περισσοτέρους, εκτός  αν αυτοί είναι σύζυγοι. Ο γάμος των τελευταίων πρέπει να είναι υπαρκτός. Το ανεπίτρεπτο της υιοθεσίας ισχύει και όταν υιοθετείται πρόσωπο που είναι ήδη υιοθετημένο από άλλον, όσο διαρκεί αυτή η υιοθεσία, εκτός αν πρόκειται για διαδοχική υιοθεσία του ίδιου προσώπου και από το σύζυγο αυτού που υιοθέτησε πρώτος. Η υιοθεσία που έγινε από περισσότερους μη συζύγους καθίσταται απόλυτα άκυρη.
Ε) Αυτοπρόσωπη Συναίνεση μερών (1550, 1555 ΑΚ): Τόσο η αυτοπρόσωπη συναίνεση του υποψήφιου θετού γονέα (1549 εδ. 2 ΑΚ), όσο και των δύο φυσικών γονέων (ή του ενός, εάν ο άλλος δεν ζει, ή εξέπεσε από τη γονική μέριμνα ή έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, με αποτέλεσμα να στερείται ικανότητας συναίνεσης για την υιοθεσία του παιδιού του) ή του επιτρόπου (εάν ο ανήλικος δεν έχει γονείς και ο επίτροπος έλαβα άδεια από το εποπτικό συμβούλιο) του ανήλικου υιοθετούμενου, απαιτούνται για την τέλεση της υιοθεσίας.
Οι συναινέσεις των ενδιαφερόμενων μερών δηλώνονται στο δικαστήριο, χωρίς αίρεση ή προθεσμία (1548 ΑΚ), καθώς δεν δικαιολογείται η σχέση γονέα και παιδιού που επιδιώκεται να δημιουργηθεί να είναι αβέβαιη ή προσωρινή. Πιο αναλυτικά, η δήλωση της συναίνεσης των μερών γίνεται αποκλειστικά κατά τους όρους του άρθρου 800 αρ. 2 ΚΠολΔ, δηλαδή ενώπιον μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου που τελεί την υιοθεσία, σε ιδιαίτερο γραφείο, χωρίς δημοσιότητα. Μάλιστα, η συναίνεση είναι, στην περίπτωση που ο ανήλικος προστατεύεται από αρμόδια κοινωνική υπηρεσία ή οργάνωση, έγκυρη και όταν αυτός που συναινεί δεν γνωρίζει το πρόσωπο του υποψήφιου θετού γονέα.
Αξίζει να αναφερθεί ότι η συναίνεση των φυσικών γονέων για υιοθεσία δεν επιτρέπεται να δοθεί, προτού να συμπληρωθούν τρεις μήνες από την γέννηση του τέκνου. Υποστηρίζεται ότι η τρίμηνη αυτή προθεσμία αποτελεί ειδική προϋπόθεση του κύρους της συναίνεσης των φυσικών γονέων του παιδιού. Με τη ρύθμιση αυτή, επιδιώκεται να διασφαλιστεί ότι οι βιολογικοί γονείς του υιοθετούμενου έλαβαν, κατόπιν συνειδητής και ώριμης σκέψης, την απόφαση για την τέλεση της υιοθεσίας.
Παράλληλα, αν ο υιοθετούμενος ανήλικος έχει συμπληρώσει το 12ο έτος του, θα πρέπει να συναινέσει αυτοπροσώπως (δεν αντιπροσωπεύεται) και ο ίδιος στην υιοθεσία του ενώπιον δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 800 αρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός αν πάσχει από ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει σημαντικά την δυνατότητα εξωτερίκευσης της βούλησής του (1555 ΑΚ). Αν ο ανήλικος αρνηθεί, η υιοθεσία δεν τελείται.
Βέβαια, το δικαστήριο, κι αν ακόμη ο ανήλικος είναι κάτω των 12 ετών, οφείλει να ζητήσει τη γνώμη του, με κριτήριο το βαθμό ωριμότητάς του, δηλαδή κατά πόσο ο ανήλικος, ενόψει της ηλικίας και της πνευματικής του κατάστασης, είναι σε θέση να αντιληφθεί την σημασία και τις συνέπειες της υιοθεσίας. Η διατύπωση της γνώμης του παιδιού λαμβάνεται υπόψη για την εξειδίκευση του συμφέροντος του τέκνου.
ΣΤ) Συναίνεση συζύγου (1546 ΑΚ): Ο έγγαμος δεν μπορεί να υιοθετήσει χωρίς τη συναίνεση του συζύγου του, η οποία παρέχεται αυτοπροσώπως με δήλωση στο δικαστήριο. Η συναίνεση προϋποθέτει την ύπαρξη υποστατού γάμου, παρέχεται με δήλωση, όπως ορίζει ρητά το άρθρο 800 αρ. 2 ΚΠολΔ, και μπορεί να δοθεί μέχρι την συζήτηση της αίτησης υιοθεσίας ενώπιον του δικαστηρίου. Αν ο σύζυγος έχει τη συνήθη διαμονή του στην αλλοδαπή, η συναίνεσή του μπορεί να δοθεί και με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου. Το δικαστήριο όμως μπορεί να επιτρέπει την υιοθεσία και χωρίς αυτή τη συναίνεση, αν η παροχή της είναι αδύνατη για νομικούς (δικαιοπρακτική ανικανότητα) ή πραγματικούς λόγους (αν ο σύζυγός είναι άγνωστης διαμονής, ή άφαντος ή αποκλεισμένος) ή αν εκκρεμεί ανάμεσα στους συζύγους δίκη διαζυγίου. Αν αρνηθεί ο σύζυγος να συναινέσει, το δικαστήριο μπορεί να μην λάβει υπόψη του την άρνηση, κρίνοντάς την ως καταχρηστική. Όσον αφορά στην ανάκληση της συναίνεσης, αυτή μπορεί να γίνει μέχρι την συζήτηση της αίτησης υιοθεσίας.
Ζ) Ακρόαση των τέκνων αυτού που υιοθετεί (1556 ΑΚ): Όταν ο θετός γονέας έχει ήδη τέκνα, το δικαστήριο, ανάλογα με την ωριμότητά τους, οφείλει να ακούει και τη δική τους γνώμη. Θα πρέπει να συνεκτιμηθούν οπωσδήποτε οι απόψεις τους, προκειμένου να διαπιστωθεί από το δικαστή ότι όλα τα μέλη της οικογένειας, με την έλευση του νέου – θετού τέκνου-, θα ζήσουν αρμονικά μαζί.
Η) Κοινωνική Έρευνα (1557 ΑΚ): Πριν από την τέλεση της υιοθεσίας, διεξάγεται, από την αρμόδια για υιοθεσίες κοινωνική υπηρεσία της Περιφέρειας, επισταμένη κοινωνική έρευνα, η οποία οδηγεί σε ένα πόρισμα, κατόπιν συνεντεύξεων που θα ληφθούν από τους θετούς γονείς, και το οποίο πόρισμα κατατίθεται εμπρόθεσμα στο δικαστήριο, για έκδοση δικαστικής απόφασης. Το πόρισμα αυτό αποτελεί πολύτιμο οδηγό της δικαστικής κρίσης και υποδηλώνει, με βάση τα εκτεθέντα στοιχεία, αν η συγκεκριμένη υιοθεσία συμφέρει ή όχι τον υιοθετούμενο. Αξίζει να διευκρινισθεί ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο εισοδηματικό κριτήριο. Όσο περισσότερα περιουσιακά στοιχεία έχουν οι υποψήφιοι ή ο υποψήφιος γονέας τόσο το καλύτερο, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που έχει δοθεί παιδί ακόμα και σε ζευγάρια με χαμηλό εισόδημα. Σε κάθε περίπτωση, θα συνεκτιμηθεί αρνητικά από το δικαστή, αν οι υποψήφιοι γονείς είναι άνεργοι και δηλώνουν μηδενικό εισόδημα.
Το πόρισμα της υπηρεσίας συνεκτιμάται από το δικαστήριο, αλλά δεν δεσμεύεται από αυτό, ενώ αν δεν προσκομισθεί, το δικαστήριο αναβάλει την εκδίκαση της υιοθεσίας μέχρι να διενεργηθεί και να υποβληθεί στο δικαστήριο.

3. Ποια η διαδικασία που ακολουθείται (1549 ΑΚ);
Η υιοθεσία τελείται με τελεσίδικη διαπλαστική δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση του υποψηφίου θετού γονέα, που υποβάλλει στο αρμόδιο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει τη συνήθη διαμονή του εκείνος που υιοθετεί ή εκείνος που υιοθετείται. Το δικαστήριο ελέγχει την συνδρομή των νομίμων όρων για την υιοθεσία, τη νομιμότητά της όσο και τη σκοπιμότητά της, το αν, δηλαδή, η συγκεκριμένη υιοθεσία εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετουμένου τόσο κατά τον χρόνο τέλεσης της υιοθεσίας όσο και μελλοντικά. Ο υιοθετών πρέπει να έχει συμπληρώσει τα 30 έτη, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης υιοθεσίας, ενώ η διαφορά ηλικίας πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Η αυτοπρόσωπη εμφάνιση φυσικών και θετών γονέων ενώπιον του δικαστηρίου είναι επιβεβλημένη, ώστε όλοι να εκφράσουν την συναίνεσή τους για την υιοθεσία.
Η συναίνεση όμως των βιολογικών γονέων του τέκνου αναπληρώνεται, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1552 ΑΚ:
I) αν οι γονείς είναι άγνωστοι ή το τέκνο εγκαταλείφθηκε εκούσια από τους γονείς του, II) αν και οι δύο γονείς έχουν εκπέσει από τη γονική μέριμνα ή βρίσκονται σε καθεστώς στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, που τους αφαιρεί και την ικανότητα συναίνεσης για την υιοθεσία του παιδιού τους, III) αν οι γονείς έχουν άγνωστη διαμονή, είτε πριν είτε μετά την παροχή της γενικής εξουσιοδότησης του  άρθρου 1554. Η γενική εξουσιοδότηση δίδεται από τους φυσικούς γονείς ή τον επίτροπο, με δήλωση στο δικαστήριο, στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία που περιθάλπει τον ανήλικο, με σκοπό να κινήσει αυτή τη διαδικασία μελλοντικής υιοθεσίας του ανηλίκου. IV) αν το τέκνο προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, έχει αφαιρεθεί από τους γονείς η άσκηση της επιμέλειας και αυτοί αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν και V) αν το τέκνο έχει παραδοθεί, με τη συναίνεση των γονέων, σε οικογένεια για φροντίδα και ανατροφή, με σκοπό την υιοθεσία, και έχει ενταχθεί σε αυτήν επί χρονικό διάστημα ενός τουλάχιστον έτους, οι δε γονείς, εκ των υστέρων, αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν.
Αν οι περιπτώσεις Ι έως V συντρέχουν μόνο στο πρόσωπο του ενός εκ των γονέων, η απόφαση του δικαστηρίου αναπληρώνει τη συναίνεση μόνο αυτού. Επιπλέον, προβλέπεται ρητά δικαστική αναπλήρωση και της συναίνεσης του επιτρόπου για την υιοθεσία του ανηλίκου, εφόσον ο τελευταίος προστατεύεται  από αναγνωρισμένη κοινωνική  οργάνωση και ο επίτροπος αρνείται καταχρηστικά να συναινέσει. Το δικαστήριο για την υιοθεσία μπορεί να ζητήσει, επίσης, την ακρόαση των πλησιέστερων συγγενών, αν αυτή είναι εφικτή.
Το δικαστήριο απαγγέλλει την υιοθεσία, εφόσον  συντρέχουν οι όροι του νόμου και αφού διαπιστώσει, συνεκτιμώντας και την έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας, ότι, εν όψει της προσωπικότητας, της υγείας και της  οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης εκείνου που υιοθετεί και του υιοθετούμενου, καθώς και της αμοιβαίας ικανότητας τους προσαρμογής, η υιοθεσία είναι προς το προσωπικό, περιουσιακό, ηθικοπνευματικό συμφέρον του τέκνου.
Η υιοθεσία ανηλίκων τηρείται μυστική, σύμφωνα με το άρθρο 1559 ΑΚ. Το θετό τέκνο έχει, μετά την ενηλικίωσή του, το νόμιμο δικαίωμα να πληροφορείται πλήρως από τους θετούς γονείς και από κάθε αρμόδια αρχή τα στοιχεία των φυσικών γονέων του.
Μόλις εκδοθεί η δικαστική απόφαση και αυτή είναι θετική (επικυρώνει συμφωνία των μερών), επιδίδεται στον Εισαγγελέα και μετά την παρέλευση 30 ημερών από την επίδοση, αν ο Εισαγγελέας δεν ασκήσει έφεση, τότε η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη, η υιοθεσία έχει τελεστεί και γίνεται η εγγραφή στο Ληξιαρχείο, από το οποίο σβήνονται τα στοιχεία των βιολογικών γονέων.

4. Ποιες οι νομικές συνέπειες της υιοθεσίας ;
Τα αποτελέσματα της δικαστικής απόφασης για την υιοθεσία αρχίζουν, αφότου αυτή γίνει τελεσίδικη (1560 ΑΚ) και, συνοπτικά, είναι τα ακόλουθα:
Ένταξη στην οικογένεια του  θετού γονέα (1561- 1562 ΑΚ): Με την τέλεση της υιοθεσίας, ιδρύεται τεχνητή συγγένεια του υιοθετούμενου με τα μέλη της θετής οικογένειας, διακόπτεται κάθε νομικός δεσμός του τέκνου με τους φυσικούς του γονείς, οι οποίοι δεν έχουν ούτε δικαίωμα επικοινωνίας με αυτό. Το παιδί εντάσσεται πλήρως, ως συγγενής, στην οικογένεια του θετού γονέα και δημιουργείται γονική σχέση μεταξύ υιοθετούμενου και θετού γονέα και των συγγενών του. Έναντι του θετού  γονέα και των συγγενών του, ο ανήλικος έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τέκνου γεννημένου σε γάμο. Το ίδιο ισχύει και για τους κατιόντες του θετού τέκνου.
Επιπλέον, όταν ο σύζυγος που υιοθετεί το τέκνο του άλλου, οι δεσμοί του υιοθετούμενου με το φυσικό γονέα του και τους συγγενείς του δεν διακόπτονται. Κατά τα λοιπά, η υιοθεσία παράγει όλα τα αποτελέσματα υιοθεσίας που γίνεται και από τους δύο συζύγους. Σε περίπτωση ταυτόχρονης ή διαδοχικής υιοθεσίας περισσοτέρων, δημιουργείται μεταξύ τους συγγένεια, όμοια με αυτήν που υπάρχει μεταξύ αδελφών.
Επώνυμο θετού τέκνου (1563-1564 ΑΚ): Το θετό τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα του, στο οποίο έχει το δικαίωμα, με την ενηλικίωσή του, να προσθέσει και το, πριν από την υιοθεσία, επώνυμό του. Σε περίπτωση κοινής υιοθεσίας από συζύγους ή υιοθεσίας από τον ένα σύζυγο του τέκνου του άλλου συζύγου, ισχύει, και για το θετό τέκνο, η δήλωση που τυχόν έκαναν οι σύζυγοι σχετικά με το επώνυμο των βιολογικών τέκνων τους, δηλαδή η αμετάκλητη δήλωσή τους πριν το γάμο, είτε στο συμβολαιογράφο είτε στο λειτουργό που θα τελέσει το γάμο. Αν δεν έχει γίνει παρόμοια δήλωση, μπορεί να γίνει στο ληξιαρχείο ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υιοθεσίας στα οικεία ληξιαρχικά βιβλία.
Προσθήκη ή απάλειψη κύριου ονόματος: Το δικαστήριο μπορεί, με την απόφαση του περί υιοθεσίας, να επιτρέψει στον υποψήφιο θετό γονέα, ύστερα από αίτηση του, να προσθέσει στο  κύριο όνομα του θετού τέκνου και άλλο όνομα. Ύστερα από αίτηση του θετού γονέα, που υποβάλλεται μετά τη συντέλεση της υιοθεσίας αλλά το αργότερο εντός ενός έτους από αυτήν, το δικαστήριο μπορεί, να επιτρέψει την απάλειψη του κύριου ονόματος που έφερε το θετό τέκνο πριν την υιοθεσία, εφόσον τούτο επιβάλλεται από  το συμφέρον του τέκνου. Σε κάθε περίπτωση, ο ανήλικος που έχει συμπληρώσει το 12ο έτος, είναι αναγκαίο να συναινέσει αυτοπροσώπως για την όποια μεταβολή του ονόματός του.
Γονική μέριμνα (1566 ΑΚ): Ασκείται πλέον από τους θετούς γονείς, ενώ αν ακολουθήσει διαζύγιο, ακύρωση του γάμου ή διακοπή της συμβίωσής  τους, το δικαστήριο αποφασίζει για την ανάθεση της γονικής μέριμνας. Στην περίπτωση που ένας από τους συζύγους υιοθετήσει το τέκνο του άλλου, η γονική μέριμνα ασκείται από τους δύο συζύγους. Με τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, η άσκηση της γονικής μέριμνας ανήκει αποκλειστικά στο φυσικό γονέα του ανηλίκου, εκτός αν το δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου.

Η υιοθεσία προσβάλλεται για συγκεκριμένους λόγους (λ.χ. άκυρη συναίνεση λόγω πλάνης ή απάτης) και λύεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, με δικαστική απόφαση. Η λύση επέρχεται για το μέλλον, είτε λόγω συναίνεσης του θετού γονέα και του, ενηλικιωθέντος πλέον, θετού τέκνου, είτε αυτοδικαίως, αν κατά παράβαση του νόμου, τελέσουν γάμο ο θετός γονέας με το θετό τέκνο. Αν ο λόγος λύσης εκλείψει ή ακολουθήσει συγγνώμη από τον υπαίτιο της λύσης της υιοθεσίας, είναι δυνατή η ανασύσταση της υιοθεσίας.

Με λίγα λόγια, εφόσον οι υποψήφιοι γονείς έχουν επιλέξει το παιδί που θέλουν να υιοθετήσουν, αναθέτουν την υπόθεση σ” έναν δικηγόρο, με γνώσεις επί του αντικειμένου, ο οποίος απευθύνεται στις αρμόδιες Υπηρεσίες. Θα πρέπει να συγκεντρώσουν, σε συνεργασία με το δικηγόρο, όλα τα απαραίτητα έγγραφα και πιστοποιητικά, να έχουν προσωπικές συναντήσεις με τον κοινωνικό λειτουργό για την κοινωνική έρευνα, ενώ χρειάζεται και η συνδρομή φιλικών-συγγενικών τους προσώπων.

Το άρθρο γράφηκε με την επιστημονική συνδρομή της δικηγόρου, Αικατερίνης Γιοβάνη.

Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία, επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλ. 2310 225 738.