images.

ΠΠρΘεσ 3256/2015

Νομικές διατάξεις: άρθρο 444 § 1 ΚΠολΔ, π.δ. 47/2005

Περίληψη: Μηνύματα (sms) τα οποία αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων με προσβλητικό ή απειλητικό περιεχόμενο αποτελούν παράνομο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν εκτός αν προσκομίζονται στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορά απόπειρα ανθρωποκτονίας ή αν έχει προηγηθεί άρση του τηλεφωνικού απορρήτου κατά το π.δ. 47/2005 με εισαγγελική ή ανακριτική διάταξη ή βούλευμα δικαστικού συμβουλίου· αυτεπάγγελτη λήψη υπ’ όψιν του απαράδεκτου.

—————————–

[…] Από το άρθρο 57 του ΑΚ συνάγεται ότι όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρο 2 § 1) σύνολο αξιών οι οποίες απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστα- τευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περί- πτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου κ.ά.) δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε έκφανσης της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας «πρoσωπικότητα» (ΑΠ 1813/2013, ΝΟΜΟΣ), ενώ αδιάφορη για τον χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται να παραβιάζεται με την προσβολή και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιονδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 271/2012, ΔiΜΕΕ 2012. 504, ΕφΑθ 174/2014, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3071/2014, ΝΟΜΟΣ).

Στην ένδικη περίπτωση, η ενάγουσα, με την υπό κρίση αγωγή της, επικαλείται ότι από τις 24.1.2009 έως τη σύνταξη του δικογράφου της, ο εναγόμενος, πέραν της σωματικής βλάβης της 24.1.2009, επανειλημμένα προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά της, σε διάφορους χώρους, ακόμα και στον χώρο εργασίας της, όπως και σε δημόσιους χώρους, ιδίως με εξυβρίσεις και απειλές, προκαλώντας έτσι σε αυτήν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης ποσού 60.044,00 ευρώ. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, αφού επιφυλάχθηκε για άσκηση πολιτικής αγωγής ενώπιον των αρμόδιων ποινικών δικαστηρίων για το ποσό των 44,00 ευρώ και αφού στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την εκεί συζήτηση της αγωγής στις 3.6.2013, παραδεκτά, κατ’ άρθρα 294, 295 και 297 ΚΠολΔ, δήλωσε ότι παραιτείται του αιτήματος περί παράλειψης της προσβολής στο μέλλον με απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός (1) μηνός για κάθε τέτοια περίπτωση, ζητά, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 60.000,00 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, όπως και να διαταχθεί η προσωπική του κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, διευκρινίζοντας, κατ’ άρθρο 236 ΚΠολΔ, με δήλωση της πληρεξούσιας Δικηγόρου της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, ότι κανένα ποσό της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίη- σης δεν αφορά το διηγηματικά αναφερόμενο περιστατικό σωματικής βλάβης της 24.1.2009.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, κύριο και παρεπόμενα, η αγωγή αυτή αρμοδίως, κατά παραπομπή, όπως προαναφέρθηκε, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την τακτική διαδικασία (άρθρο 46 ΚΠολΔ), και, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, είναι ορισμένη, εκτός από το παρακάτω αναφερόμενο μέρος, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ (σε συνδ. και με τα άρθρα 333 και 361 ΠΚ), 299, 914, 932, 346 ΑΚ, 907, 908 § 1 περ. δ ́ και 1047 ΚΠολΔ. Διευκρινίζεται ότι το ορισμένο της αγωγής αφορά τις επικαλούμενες πράξεις του εναγόμενου οι οποίες προσδιορίζονται κατά τα ειδικότερα περιστατικά που τις συνιστούν και κατά τον χρόνο που συνέβησαν, και όχι γενικόλογες επικλήσεις συμπεριφοράς του που δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα χρονικά, ήτοι ιδίως τις ενότητες υπό στοιχεία Α ́ και ΙΑ ́ των προσαπτόμενων σε αυτόν, και έτσι ως αόριστες δεν μπορούν να ελεγχθούν κατ’ ουσίαν. Επομένως, αφού έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις επ’ αυτού νόμιμες επιβαρύνσεις (βλ….), η αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν ως προς τα επίδικα συμβάντα των οποίων γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 367 § 1 περ. α ́ – δ ́ του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361επ του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ ́ και δ ́). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρου 367 ΠΚ), για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57 – 59 και 914επ του ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα ως άνω άρση του άδικου χαρακτήρα των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περί- πτωσης του άρθρου 367 § 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερόμενες περι- πτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λπ.), και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της § 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363 – 362 του ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 931/2014, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 109/2012, ΕΠολΔ 2012. 378). Συγκεκριμένα, ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ’ αντικει- μενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Η προβολή από τον προσβληθέντα περίπτωσης από το άρθρο 367 § 2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της ένστασης από την προηγούμενη παράγραφο του ίδιου άρθρου (ΑΠ 69/2013, ΧρΙΔ 2014. 273).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πέραν της αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής, ο εναγόμενος, με τις έγγραφες προτάσεις του, στις οποίες αναφέρθηκε η πληρεξούσια Δικηγόρος του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ισχυρίζεται ότι συντρέχει περίπτωση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας και δικής του δράσης από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, καθώς εξωθήθηκε σε επίδικες πράξεις του, λόγω παρεμπόδισης από την πλευρά της ενάγουσας της επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα τους, που προκάλεσαν τη δικαιολογημένη αγανάκτησή του που εκδηλώθηκε με τις πράξεις αυτές, με τις οποίες και απέβλεπε στη διαφύλαξη του ανωτέρω δικαιώματός του. Οι με τον τρόπο αυτόν προβαλλόμενοι ισχυρισμοί προτείνονται παραδεκτά και συνιστούν καταλυτικές της αγωγής ενστάσεις συνυπαιτιότητας και άρσης του αδίκου της προσβολής λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, που είναι νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 300 ΑΚ και 367 § 1 ΠΚ, κατά τα εκτιθέμενα ση μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προβάλλεται αντένσταση κατ’ άρθρο 367 § 2 ΠΚ από την ενάγουσα. Επίσης, αναφορικά με την κατ’ άρθρο 300 ΑΚ ένσταση πρέπει να διευκρινιστεί ότι σε αυτήν αξιολογείται και η επικαλούμενη από τον εναγόμενο περίσταση της προσβολής της ενάγουσας από δικαιολογημένη αγανάκτηση, η οποία από άποψη ποινικού δικαίου προβλέπεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 § 3 και 308 § 3 ΠΚ. Μετά ταύτα οι παραπάνω ενστάσεις που κρίθηκαν νόμιμες πρέπει να εξεταστούν ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Κατά το άρθρο 444 § 1 αρ. 3 ΚΠολΔ, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση, συνεπώς και οι μαγνητοταινίες, αφού αποτελούν την κύρια μορφή της φωνοληψίας. Κατά την § 2 του ίδιου άρθρου, μηχανική απεικόνιση είναι και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθή- κευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγρά- φεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία. Κατά τη θεμελιώδη, όμως, διάταξη του άρθρου 2 § 1 του Συντάγματος, «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα, και μάλιστα «πρωταρχικά», αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται και η ελευθερία της επικοινωνίας, αφού μέσω και αυτής εκφράζεται και πραγματώνεται η αξία του ανθρώπου. Η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 § 1 εδ. β ́ του Συντάγματος, που ορίζει ότι «η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη», καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων». Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινω- νίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό. Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος.

Εφόσον αποδεικτικό μέσο αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε πολιτική δίκη. Πράγματι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει –υπό την επίκληση της ανάγκης απόκτησης αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα– στη γενίκευση της χρήσης π.χ. μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς τη συναίνεσή τους. Κατ’ αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφρασή του, στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής συζήτησης, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοίωσης του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν. Εξ άλλου, χωρίς την ανωτέρω κύρωση (απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου), η προπαρατεθείσα, συνταγματικής ισχύος, ρύθμιση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα, παρά την απειλή κατά του παραβάτη της ποινικής κύρωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 370Α του ΠΚ. Εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγόρευσης των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι η ανθρώπινη ζωή. Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρη κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού (ΟλομΑΠ 1/2001, ΕλλΔνη 2001. 374, ΑΠ 981/2009, ΕφΑΔ 2009. 1372, ΑΠ 1351/2007, ΝοΒ 2007. 2390).

Κατά την ειδική διάταξη του άρθρου 4 «Στοιχεία επικοινωνίας» του π.δ. 47/2005 «Διαδικασίες – εγγυήσεις άρσης απορρήτου επικοινωνιών και διασφάλισή του», το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 9 του ν. 3115/2003, «1. Τα συγκεκριμένα στοι- χεία επικοινωνίας, στα οποία είναι δυνατόν να ανα- φέρεται μία διάταξη άρσης του απορρήτου εξαρτώνται από το είδος της επικοινωνίας και εξειδικεύονται κατά περίπτωση ως εξής: …γ. Τηλεφωνική επικοινω- νία: Επί συγκεκριμένου φυσικού ή νομικού προσώπου, που είναι συνδρομητής ή χρήστης παρόχου υπηρεσιών σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας, είναι δυνατόν να ζητηθούν τα ακόλουθα συγκεκριμένα στοιχεία εισερχόμενων και απερχόμενων κλήσεων. αα. Καλών και καλούμενος αριθμός κλήσης και στις αναπάντητες κλήσεις. ββ. Καλών και καλούμενος συνδρομητής και πελάτης και στις αναπάντητες κλήσεις. γγ. Ώρα έναρξης και ώρα λήξης της επικοινωνίας. δδ. Γεωγραφικός εντοπι- σμός καλούντος και καλούμενου (στις κινητές επικοι- νωνίες) είτε ομιλούν, είτε πρόκειται για SMS, είτε είναι σε θέση stand by, είτε πραγματοποιούν αναπάντητη κλήση. εε. Περιεχόμενο επικοινωνίας (φωνή, εικόνα κ.λπ.)…».

Στην ένδικη περίπτωση αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν πλήθος αποτυπώσεων μηνυμάτων SMS, είτε σε εκτυπωμένο κείμενο είτε σε φωτογραφίες (κλασικές ή ψηφιακές) οθόνης κινητού τηλεφώνου, χωρίς κανένας από αυτούς να επικαλείται και να προσκομίζει συγκεκριμένη εισαγγελική ή ανακρι- τική διάταξη ή βούλευμα δικαστικού συμβουλίου επιτρεπτικό μιας τέτοιας αποτύπωσης, δεδομένου ότι κατά το παραπάνω άρθρο του 4 του π.δ. 47/2005 το κείμενο των μηνυμάτων αυτών, ως περιεχόμενο της εν λόγω μορφής τηλεφωνικής επικοινωνίας, εμπίπτει στα προστατευόμενα από το απόρρητο της τηλεφω- νικής επικοινωνίας στοιχεία. Αυτή η χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις αποτύπωση (εξωτερίκευση) των κειμένων αυτών και αποδεικτική χρήση τους σε υπόθεση που δεν αφορά απόπειρα ανθρωποκτονίας δεν μπορεί να γίνει ανεκτή, όχι μόνο κατά το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την προαναφερόμενη ratio απαγόρευσης της αποδεικτικής αξιοποίησής τους, και ως εκ τούτου, καμία από τις προσκομιζόμενες αποτυπώσεις κειμένου SMS δεν μπορεί να συναξιολογηθεί αποδεικτικά, καθώς αυτές συνιστούν απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, και από όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, στα οποία σημειώνεται ότι καταλέγονται οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο φωτογραφίες χώρων και προσώπων (ΚΠολΔ 444 § 1 περ. γ ́), η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα, όπως και ότι ως έγγραφα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων λαμβάνονται υπ’ όψιν οι 444 και 445/8.3.2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, καθώς, μπορεί να μην προκύπτει κλήτευση του ήδη εναγομένου, αλλά δόθηκαν για τις ανάγκες άλλης δίκης, ασφαλιστικών μέτρων, μεταξύ των αυτών διαδίκων (βλ. σχ. ΑΠ 725/2006, ΕλλΔνη 2006. 1012, ΑΠ 722/2004, ΕλλΔνη 2006. 1012), μερικά από τα οποία (έγγραφα) μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς να έχει παραλειφθεί κανένα από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, ενώ δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν αφενός, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε, οι προσκομιζόμενες από αμφότερους τους διαδίκους αποτυπώσεις μηνυμάτων SMS, είτε σε εκτυπωμένο κείμενο είτε σε φωτογραφίες (κλασικές ή ψηφιακές) οθόνης κινητού τηλεφώνου, και αφετέρου τα έγγραφα που απαραδέκτως προσκομίζουν οι διάδικοι [η ενάγουσα μια εκτύπωση χάρτη Google και ο εναγό- μενος την από 29.10.2014 βεβαίωση της Διευθύντριας του 10ου Δημοτικού Σχολείου (…) και την από 6.3.014 βεβαίωση αποδοχών της ενάγουσας] με την αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (ΚΠολΔ 237 § 4), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: η ενάγουσα, που απασχολείται ως βοηθός λογιστή, και ο εναγόμενος, που υπηρετεί ως τελωνειακός υπάλληλος στο Τελωνείο […], τέλεσαν νόμιμο γάμο κατά τον θρησκευτικό τύπο στις 18.8.2001 στο […] Θεσσαλονίκης, από τον οποίο απέκτησαν μία θυγατέρα, τη […], η οποία γεννήθηκε στις 28.1.2003. …

Οι μεταξύ τους διαπροσωπικές σχέσεις ήταν ιδιαίτερα τεταμένες από την κατά τα ανωτέρω έναρξη της διάστασής τους μέχρι και την έκδοση της 14098/23.5.2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ο ήδη εναγόμενος υποχρεώθηκε στην τήρηση του ασφαλιστικού μέτρου της μη προσέγγισης της ήδη ενάγουσας, όπως και της οικίας της και του χώρου εργασίας της, σε απόσταση μικρότερη των διακοσίων (200) μέτρων, εκτός από τους χρόνους που είχαν ήδη καθοριστεί με την 9906/18.3.2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ως εναρκτήριοι και καταληκτικοί της επικοινωνίας με την ανήλικη θυγατέρα του, κατά τους οποίους του απαγορεύθηκε να απευθύνει τον λόγο στην ήδη ενάγουσα, εκτός από τα απολύτως αναγκαία για την πραγματοποίηση της επικοινωνίας, όπως και να μην καλεί αυτήν στο τηλέφωνο της εργασίας της και να μην αποστέλλει στον ίδιο χώρο τηλεομοιοτυπίες (fax) με απειλητικό και εξυβριστικό περιεχόμενο.

Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα (2/2009 – 6/2011), μεταξύ των διαδίκων συνέβησαν τα ακόλουθα: I) Στις 29.6.2009 ο εναγόμενος απέστειλε στον χώρο εργασίας της εναγόμενης στη […], στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Κ. & Ν. Ε. ΑΒΕΕ», τηλεομοιοτυπία με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Ενημέρωση – Τ. Α. (:) Καλησπέρα, επειδή μου απαγόρευσες οποιαδήποτε τηλεφωνική επικοινωνία ακόμη και για θέματα που αφορούν το παιδί μου καθώς και το τηλεφωνικό κέντρο να δέχεται οποιαδήποτε μήνυμα, σου ενημερώνω για το εξής: έχω ενημερώσει το παιδί μου και ήταν σύμφωνο ότι η προγραμματισμένη για αύριο το απόγευμα επικοινωνία μου μαζί της δεν θα γίνει, ώστε να ετοιμάσω κάποια πράγματα. Θα περάσω στις 10 το πρωί στις 1.7.2009 να πάρω το παιδί μου». II) Στις 6.8.2009 ο εναγόμενος απέστειλε ομοίως στον εργασιακό χώρο της εναγόμενης, τηλεομοιοτυπία με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Καλησπέρα, επιλογή σου να διαλύσεις την οικογένειά μας, επιλογή σου να φτάσεις στην ανέχεια τη […], επιλογή σου να ακούσεις όσους ζήλευαν την ζωή μας κ πάνω απ’ όλα τους «φίλους σου», επιλογή σου να επιλέξεις τον βούρκο. ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ Η ΜΙΚΡΗ ΟΤΑΝ ΕΙΝΑΙ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΤΗΣ ΛΕΩ ΝΑ ΣΟΥ ΤΗΛΕΦΩΝΗΣΕΙ κ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ, ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ κ ΕΜΕΝΑ, έχω ενημερώσει την Δικηγόρο μου. Υπ’ όψιν κ. Τ. Α.». Η τηλεομοιοτυπία αυτή, όπως και η προηγούμενη, δεν παραλήφθηκε άμεσα από την ενάγουσα, αλλά διά συναδέλφων της. III) Στις 18.10.2009, κατά την τότε επιστροφή της ανήλικης θυγατέρας τους, μετά την επικοινωνία που είχε μαζί της ο ενα- γόμενος, υπήρξε αντιπαράθεση μεταξύ των διαδίκων για αντικείμενα που ο τελευταίος ήθελε να παραδώσει στην ενάγουσα, τέτοιας έντασης που εκείνος έκρινε σκόπιμο να εμφανιστεί ενώπιον του αρμόδιου Α.Τ. […] και να διατυπώσει παράπονα σε βάρος της ενάγουσας, αιτιώμενος ότι αυτή αρνήθηκε να παραλάβει προσωπικά είδη της ανήλικης θυγατέρας τους, τα οποία ήθελε το τέκνο τους, και τον εξύβρισε ενώπιόν του, στα οποία απάντησε η ενάγουσα προσερχόμενη ενώπιον της ίδιας αστυνομικής αρχής στις 2.11.2009 και δηλώνοντας ότι αρχικά αρνήθηκε την παραλαβή, αλλά στο τέλος παρέλαβε τα προσωπικά είδη της ανήλικης, επειδή ο ήδη εναγόμενος της είχε προηγουμένως ζητήσει να επιστρέφει ενδύματα που είχε αγοράσει για τη θυγατέρα τους και της είχε δώσει, ενώ αρνήθηκε ότι τον εξύβρισε (βλ. ιδίως αντίστοιχες καταγραφές από το βιβλίο αδικημάτων – συμβάντων του παραπάνω Α.Τ.). IV) Στις 27.10.2009, υπήρξε νέα αντιπαράθεση των διαδίκων, όταν η ενάγουσα ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι η ανήλικη θυγατέρα τους θα παρέμενε μαζί της στον προαναφερόμενο χώρο εργασίας της, επικαλούμενη ότι δεν μπορούσε να βρει κάποιο άτομο για να την προσέχει κατά την ημέρα εκείνη που δεν θα λειτουργούσε το σχολείο της, με τον εναγόμενο ομοίως να εμφανίζεται ενώπιον του Α.Τ. […] και να διατυπώνει παράπονα, επικαλούμενος ότι η εκεί παραμονή του ανηλίκου εγκυμονεί κινδύνους για την υγεία του και ότι υφίσταται απαγόρευση εισόδου ανηλίκων σε τέτοιες εγκαταστάσεις και ζήτησε να κληθεί η ενάγουσα για να γίνουν οι δέουσες συστάσεις, η δε ενάγουσα, που κλήθηκε τηλεφωνικά, επιβεβαίωσε ότι το ανήλικο τέκνο τους ήταν μαζί της στο εργοστάσιο, διότι δεν υπήρχε διαθέσιμο πρόσωπο για την επίβλεψή της (βλ. ιδίως σχετική καταγραφή από το Β.Α.Σ. του ίδιου Α.Τ.). V) Αρχές του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2009, η ενάγουσα μετέβη εκ νέου στην εργασία της με την ανήλικη θυγατέρα τους και ο εναγόμενος, που το πληροφορήθηκε, δεν περιορίστηκε να εκφράσει εκ νέου τις αντιρρήσεις του στην ενάγουσα, αλλά αναζήτησε και τους εργοδότες της για να συστήσει σε αυτούς να μην επιτρέπουν στην ενάγουσα να μεταβαίνει στον χώρο εργασίας της με το ανήλικο τέκνο τους, συνομιλώντας σχετικά, σε έντονο ύφος, με τη Ζ. Ν., ιδιαίτερα γραμματέα του Αντιπροέδρου του Δ.Σ. της εργοδότριας εταιρίας της ενάγουσας, στις 22.12.2009 (βλ. ιδίως κατά- θεση μάρτυρος ενάγουσας σε συνδυασμό με τα διαλαμ- βανόμενα στην 444/8.3.2011 ένορκη βεβαίωση της Ζ. Ν. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης). VI) …….

Κατ’ ακολουθία των προαναφερομένων, αφού απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κατ’ άρθρο 300 ΑΚ ένσταση που πρότεινε ο εναγόμενος, αλλά γίνει δεκτή εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμη η κατ’ άρθρο 367 § 1 ΠΚ ένσταση που ο ίδιος πρότεινε, πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 2.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Η σχετική διάταξη δεν κηρύσσεται προσωρινά εκτελεστή, έστω εν μέρει, επειδή δεν αποδεικνύεται η συνδρομή προς τούτο κάποιου εξαιρετικού λόγου κατ’ άρθρο 908 ΚΠολΔ, και μόνη η τέλεση αδικοπραξίας δεν συνιστά άνευ ετέρου λόγο περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής. Επίσης, ενόψει του άνω επιδικαζόμενου ποσού, δεν δύναται να διαταχθεί προσωπική κράτηση του εναγομένου, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας μετά την τελεσιδικία της, αφού το ποσό αυτό υπολείπεται του ήδη ισχύοντος και εφαρμοζόμενου ακόμα και σε επιδικία υποθέσεις ελάχιστου νομίμου ορίου των 30.000,00 ευρώ (βλ. διάταξη του άρθρου 1047 § 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 62 του ν. 3994/2011, και σε συνδυασμό με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 § 12 του ίδιου νόμου). Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 178 και 191 § 2 ΚΠολΔ, λόγω της μερικής νίκης και ήττας, ο εναγόμενος πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή ανάλογου μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, που υπέβαλε σχετικό παρεπόμενο αίτημα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.