images

Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 2726/2017

Ανώνυμη εταιρία: Εκπροσώπηση από το διοικητικό συμβούλιο και υποκατάστατα όργανα. – Σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ εκπροσωπούμενου νομικού προσώπου και εκπροσωπούντος αυτό φυσικού ή νομικού προσώπου, ιδίως επί ασκήσεως αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας απόφασης της γενικής συνέλευσης.

Κανόνες δικαίου: Η ανώνυμη εταιρία [στο εξής: α.ε.] εκπροσωπείται στο δικαστήριο από το διοικητικό της συμβούλιο [στο εξής: δ.σ.], το οποίο δρα συλλογικώς (άρθρο 18 παρ. 1 κ.ν. 2190/1920)….

Η απόφαση: «Από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 κ.ν. 2190/1920 προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται, κατ’ αρχάς, στο δικαστήριο από το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο δρα συλλογικώς. Η έννοια της συλλογικής δράσης δεν έχει την έννοια της αναγκαστικής σύμπραξης όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου σε κάθε πράξη εκπροσώπησης, οία τυγχάνει και η δικαστική εκπροσώπηση της εταιρίας, αλλά συνίσταται στη δυνατότητα συμμετοχής των μελών του διοικητικού συμβουλίου στη σχετική συλλογική διαδικασία και στη διαμόρφωση της απόφασης του οικείου οργάνου της εταιρίας ως πλειοψηφικής απόφασης των μελών του διοικητικού της συμβουλίου, ήτοι ως απόφασης, που για τη λήψη της τηρήθηκαν οι αναγκαίοι κατά νόμο όροι και συγκεντρώθηκαν τα αναγκαία κατά νόμο ποσοστά απαρτίας και πλειοψηφίας, αναλόγως του είδους της οικείας απόφασης του προμνησθέντος συλλογικού οργάνου της ανώνυμης εταιρίας (ΟλΑΠ 5/2004 ΔΕΕ 2004. 1005, ΑΠ 473/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 148/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1363/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 470/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Αντωνόπουλος, Η έννοια της συλλογικής δράσης του διοικητικού οργάνου της ανώνυμης εταιρίας, Αρμ. 1987. 827 επ., Αλεξανδρίδου, Δίκαιο Εμπορικών εταιριών, β` έκδ., 2016, σελ. 294, Ν. Ρόκας, Εμπορικές Εταιρίες, 7η έκδ., σελ. 319-321, Λιβαδά, σε: ΔικΑΕ, 2010, επιμ. Περάκη, Τ. I, υπό το άρθρο 18, σελ. 888, στους αρ. περ. 16 επ., Α. Παπαδοπούλου, σε: Ανώνυμες Εταιρίες, επιμ. Αντωνόπουλου/Μούζουλα, Τ. II, 2013, υπό το άρθρο 18, στους αρ. περ. 16 επ.).

Από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 κ.ν. 2190/1920, βέβαια, προκύπτει ότι το καταστατικό δύναται να ορίζει θέματα, για τα οποία εν συνεχεία το διοικητικό συμβούλιο δύναται να αναθέτει τις εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης σε μέλη του ή τρίτα πρόσωπα. Τα εν λόγω πρόσωπα, είτε είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου είτε τρίτα πρόσωπα, ενεργούν στις ως άνω περιπτώσεις ως όργανα εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρίας, ήτοι ως υποκατάστατα όργανα του νομικού προσώπου, εκφράζοντας πρωτογενώς τη βούληση του τελευταίου. Η έννοια της υποκατάστασης, συνεπώς, είναι ταυτόσημη της ανάθεσης οργανικής διαχείρισης και εκπροσώπησης, τα δε υποκατάστατα όργανα δεν λειτουργούν ως απλοί εντολοδόχοι ή πληρεξούσιοι της εταιρίας, αλλά αποτελούν όργανα αυτής, συνδεόμενα με την εταιρία, με τον ίδιο δεσμό, που συνδέεται με αυτήν εν γένει το διοικητικό συμβούλιο, στο πλαίσιο, όμως, της ανατεθειμένης σε αυτά εξουσίας.

Για την ως άνω ανάθεση των εξουσιών του διοικητικού συμβουλίου σε υποκατάστατα όργανα διαμεσολαβεί αναγκαίως απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, με εξαίρεση την περίπτωση του πρώτου διοικητικού συμβουλίου, για την οποία υφίσταται ειδικότερη πρόβλεψη στη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 εδ. δ` κν. 2190/1920, ενώ αναγκαία προϋπόθεση για τη δυνατότητα της ανάθεσης αυτής είναι η ύπαρξη σχετικής καταστατικής πρόβλεψης για τα θέματα, για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να προβαίνει στην εν λόγω ανάθεση, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 67 εδ. β` και 68 εδ. β’ ΑΚ και 22 παρ. 3 εδ. α` κ.ν. 2190/1920. Η ανάθεση μπορεί να αφορά σε οιοδήποτε θέμα, εξαιρούμενων μόνο των ρητά οριζόμενων στον νόμο περιπτώσεων, τις οποίες ο νόμος αναθέτει αποκλειστικά στο διοικητικό συμβούλιο (συλλογικά) και είναι ανεπίδεκτες ανάθεσης σε υποκατάστατα όργανα (ΑΠ 473/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1312/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 148/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1827/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Α. Παπαδοπούλου, ό.π., υπό το άρθρο 22, στους αρ. περ. 31 επ., σελ. 141 επ., Λιβαδά, ό.π., υπό το άρθρο 22, στους αρ. περ. 35 επ., σελ 958 επ., Ν. Ρόκα, ό.π., σελ. 322 επ., Αλεξανδρίδου, ό.π., σελ. 298 επ.). Η εξουσία των υποκατάστατων οργάνων κατά μία μεν άποψη βαίνει παράλληλα με εκείνη του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο δύναται κατά την άποψη αυτή να ασκεί εκ παραλλήλου τις εξουσίες του υποκατάστατου οργάνου (ΑΠ 1005/2007 ΔΕΕ 2008. 52, ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006. 173, ΕφΘεσ 2261/2008 ΕπισκΕμπΔ 2009.166 με εισ. σημ. Κ. Παμπούκη, Γεωργακόπουλος, Το Δίκαιον των Εταιρειών, Τ. III, σελ 112-113, Σωτηρόπουλος, Η συγκρότηση σε σώμα του ΔΣ της ανώνυμης εταιρίας και η εκχώρηση εξουσιών του σε μέλη του ή τρίτους, ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ 2005. 440 επ., Α. Παπαδοπούλου, ό.π., υπό το άρθρο 22, στον αρ. περ. 37, σελ. 145), κατ’ άλλη δε, μη κρατούσα σχετικώς άποψη, η παράλληλη αυτή αρμοδιότητα δεν μπορεί να νοηθεί και ως παράλληλη δραστηριότητα, υπό την έννοια ότι το διοικητικό συμβούλιο εποπτεύει μεν τα υποκατάστατα όργανα, δεν δύναται, όμως, να ασκεί παράλληλα τις ίδιες εξουσίες, που έχει μεταβιβάσει σε αυτά (βλ. σχετικώς ως προς την άποψη αυτή Α. Παπαδοπούλου, ό.π., στον αρ. περ. 37, σελ. 145, Κοτσίρη, Η πλειοψηφική δύναμη στην Α.Ε. υπό τον έλεγχο για καταχρηστικότητα. Εγκυρότητα κατα- χρηστικών ρητρών περί υποχρεωτικού διορισμού ενός διευθύνοντα συμβούλου και αυξημένη πλειοψηφία κατά τη λήψη αποφάσεων Δ.Σ., διορισμού και ανάκλησης δι- ευθύνοντος συμβούλου, γνμδ., ΕΕμπΔ 2005. 167 επ. και ιδία σελ. 172-173, Ν. Ρόκας, Παρατηρήσεις/Γνωμοδότηση υπό την ΕφΑθ 7119/2004 ΕΕμπΔ 2005. 59 επ. και ιδία στη σελ. 63).

Η δικαστική εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρίας αποτελεί θέμα, για το οποίο είναι δυνατή η πρόβλεψη της ανάθεσής της σε υποκατάστατο όργανο (βλ. αντί άλλων Α. Παπαδοπούλου, υπό το άρθρο 22, στην υποσ. 140 ως προς τις ανεπίδεκτες ανάθεσης σε υποκατάστατα όργανα εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου, μεταξύ των οποίων π.χ. η κατ’ άρθρο 11 κ.ν. 2190/1920 πιστοποίηση της καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου).

Κατά γενική αρχή του δικονομικού δικαίου, εξάλλου, ουδείς δικαιούται σε μία διαγνωστική δίκη να παρίσταται δικονομικώς ταυτόχρονα με δύο ιδιότητες, ήτοι τόσο στη θέση του ενάγοντος όσο και στη θέση του εναγομένου, και δη είτε ως διάδικος είτε ως εκπρόσωπος διαδίκου (ΕφΑθ 260/1995 ΕλλΔνη 1997. 881, ΕφΑθ 1939/1986 ΕλλΔνη 1986. 1132, ΕφΠατρ 468/1984 Δ. 15. 716, ΕφΑθ 8010/1982 Δ. 14. 41, ΠΠρΘεσ 19605/1995 Αρμ. 1996. 872, ΠΠρΑθ 341/1990 ΑρχΝ 1991. 744, Βαθρακοκοίλης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, υπό το άρθρο 62, στον αρ. 2, Σωτηρόπουλος, Σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των μελών του ΔΣ και του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας. Σχέση του άρθρου 69 ΑΚ και του άρθρου 22β Ν 2190/1920. Αντικατάσταση των ειδικών εκπροσώπων της παρ. 3 του άρθρου 22β Ν. 2190/1920, ΔΕΕ 1997. 1145 επ., Μπέης, Δ. 18. 386 επ∙ του ιδίου, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τ. 1, σελ. 315, Οικονομίδης-Λιβαδάς, Εγχειρίδιο Πολ. Δικονομίας, ανατύπ. 1988, παρ. 50 σημ. 7, σελ 260, γνμδ. Φραγκίστα, Θ. ΝΖ. 202).

Η εν λόγω αρχή έχει ως έρεισμά της τον προφανή κίνδυνο για τα συμφέροντα του εκπροσωπούμενου από το ανωτέρω πρόσωπο διαδίκου, ήτοι την ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ εκπροσωπούμενου νομικού προσώπου και εκπροσωπούντος αυτό φυσικού ή νομικού προσώπου, που συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο διεξαγωγής μίας δίκης – παρωδίας (βλ. συχνή εφαρμογή της αρχής επί αγωγής λύσης ΕΠΕ, όταν η αγωγή ασκείται από τον μοναδικό διαχειριστή ή από έναν μεν εκ των διαχειριστών, σε περίπτωση όμως που η εκπροσώπηση είναι από κοινού, βλ. σχετικώς Εφθεσ 80/2014 ΕπισκΕμπΔ 2014. 141, ΕφΑθ 4623/1999 ΕλλΔνη 2001. 214, ΠΠρΑθ 1862/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ σε περίλ., ΠΠρΑθ 1547/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ – Σε περίπτωση πάντως πλειόνων διαχειριστών, χωρίς να προβλέπεται κοινή εκπροσώπηση, είναι κατ’ αρχάς δυνατό ο ένας εκπρόσωπος να στραφεί κατά των λοιπών συνεκπροσώπων του νομικού προσώπου, βλ. ως προς αυτό Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία κατ` άρθρο ΚΠολΔ, Τ. I, υπό το άρθρο 62, στον αρ. παρ. 2, πρβλ. πάντως και Αθ. Κρητικό, σε: ΑΚ Γεωργιάδη/ Σταθόπουλου, Τ. ΙΑ, β` έκδ., 2016, υπό το άρθρο 69, στον αρ. περ. 15 ως προς την ανάγκη διορισμού προσωρινής διοίκησης επί ασκήσεως αγωγής ακύρωσης απόφασης διοικητικού συμβουλίου σωματείου από ορισμένα μέλη του ΔΣ). Όπως και στην περίπτωση του ανηλίκου, άλλωστε, όπου διάδικος τυγχάνει ο ανήλικος και όχι οι εκπροσωπούντες αυτόν γονείς του, έτσι και στην περίπτωση εναγόμενου (ή ενάγοντος) νομικού προσώπου, διάδικος στη δίκη τυγχάνει το νομικό πρόσωπο και όχι ο νόμιμος αντιπρόσω- πός του. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, μάλιστα, ο νομοθέτης διέβλεψε την πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων σε δίκες διεξαγόμενες μεταξύ του αντιπροσωπευόμενου και του αντιπροσώπου (βλ. ειδικώς στην περίπτωση του ανηλίκου τις διατάξεις των άρθρων 1517 και 1628 ΑΚ) και χάριν προστασίας των συμφερόντων του αντιπροσωπευόμενου προέβλεψε τον διορισμό προσωρινού ή ειδικού εκπροσώπου για τη διεξαγωγή και μόνο της συγκεκριμένης δίκης.

Στην περίπτωση των ανωνύμων εταιριών, εκφάνσεις του ανωτέρω ζητήματος αποτελούν οι διατάξεις των άρθρων 35α παρ. 3 εδ. β` και γ` και 22β παρ. 3 κ.ν. 2190/1920. Στόχος της δεύτερης εκ των ως άνω διατάξεων, βέβαια, είναι προεχόντως να εξασφαλισθεί η έγερση της εταιρικής αγωγής, δηλαδή της αγωγής του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας κατά των μελών της διοίκησής της για τις ζημίες που της προκάλεσαν τα τελευταία πρόσωπα κατά τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων (βλ. Σωτηρόπουλο, Σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των μελών του ΔΣ και του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας. Σχέση του άρθρου 69 ΑΚ και του άρθρου 22β Ν 2190/1920. Αντικατάσταση των ειδικών εκπροσώπων της παρ. 3 του άρθρου 22β Ν. 2190/1920, ΔΕΕ 1997. 1145 επ.). Είναι, ωστόσο, πλέον ή τηλαυγές ότι στη διεξαγωγή μίας δίκης με ενάγουσα την εταιρία, όπως αυτή εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο ή μέλος αυτού ως υποκατάστατο όργανό της, και εναγόμενα τα ίδια τα μέλη της διοίκησής της ή το ίδιο ως άνω υποκατάστατο όργανό της, υποκρύπτεται σαφής σύγκρουση συμφερόντων, η αντιμετώπιση της οποίας ωθεί τον νομοθέτη στην πρόβλεψη δικαστικής εκπροσώπησης της εταιρίας από έτερο, δικαστικά διοριζόμενο ειδικό εκπρόσωπο στην περίπτωση αυτή, χάριν άρσης των κινδύνων εκ της προμνησθείσας σύγκρουσης (βλ. Σωτηρόπουλο, ό.π., σελ. 1147, πρβλ. Ν. Ρόκα, Εμπορικές εταιρίες, 7η έκδ., σελ. 341, Παναγιώτου, Η εταιρική & ατομική αγωγή του μετόχου κατά του ΔΣ στην ανώνυμη εταιρία, 2016, σελ. 78-82, Φρέρης, σε: Ανώνυμες Εταιρίες, Τ. II, 2013, επιμ. Αντωνόπουλου/ Μούζουλα, υπό το άρθρο 22β, στους αρ. περ. 47 επ., σελ. 206 επ. και ιδία στον αρ. περ. 53, σελ. 209).

Όμοια σύγκρουση συμφερόντων διαβλέπει, εξάλλου, ο νομοθέτης και στην περίπτωση ακυρώσιμων αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, την ακύρωση των οποίων επιδιώκει το εκ του νόμου ενεργητικά νομιμοποιούμενο μέλος της διοίκησης της ανώνυμης εταιρίας, στρεφόμενο κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας, την οποία ο ίδιος εκπροσωπεί, είτε από κοινού με τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, στο πλαίσιο της συλλογικής εκπροσώπησης, είτε κατά μόνας ως υποκατάστατο όργανο της εταιρίας, στο οποίο έχει ανατεθεί η δικαστική της εκπροσώπηση. Για τον λόγο αυτό, στο άρθρο 35α παρ. 3 εδ. γ` κ.ν. 2190/1920, ο νομοθέτης όρισε ρητά ότι, αν την ακύρωση τη ζητεί μέλος του διοικητικού συμβουλίου, το δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, διορίζει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, ειδικό εκπρόσωπο της εταιρίας για τη διεξαγωγή της δίκης (βλ. Γιοβαννόπουλο, σε: ΔικΑΕ, επιμ. Περάκη, γ` έκδ., Τ. I, υπό το άρθρο 35α, στους αρ. περ. 65 επ., σελ 1354 επ., Μπεχλιβάνη, σε: Ανώνυμες Εταιρίες, Τ. II, 2013, επιμ. Αντωνόπου- λου/Μούζουλα, υπό το άρθρο 35α, στον αρ. περ. 63, σελ 722).

Η διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, βέβαια, θέτει αναγκαία το ερώτημα του πότε παρίσταται ανάγκη για τον διορισμό τέτοιου εκπροσώπου. Κατά μία άποψη, ανάγκη παρίσταται μόνο στην περίπτωση, που «…η δικονομική θέση ενός ή περισσοτέρων μελών του διοικητικού συμβουλίου ως εναγόντων της αγωγής ακύρωσης κατά της εταιρίας αφήνει την τελευταία χωρίς νόμιμη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση που τα εναπομένοντα μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι λιγότερα από τον ελάχιστο αριθμό που προβλέπει ο νόμος ή το καταστατικό ή εφόσον προκαλείται πρόβλημα λειτουργίας του οργάνου (για παράδειγμα τα εναπομένοντα μέλη του δ.σ. είναι αδρανή, μη εκτελεστικά κ.λπ.)…» (βλ. έτσι Γιοβαννόπουλο, σε: ΔικΑΕ, επιμ. Περάκη, γ` έκδ., Τ. I, υπό το άρθρο 35α, στον αρ. περ. 66, σελ. 1355, του ιδίου, Ελαττωματικές αποφάσεις γενικής συνέλευσης Α.Ε., Τ. 1, Όψεις της ακυρωσίας, 2012, σελ. 416). Η εν λόγω θέση, ωστόσο, εκκινώντας από την εύλογη και επιβεβλημένη αφετηρία της ελάχιστης επέμβασης στην εσωτερική τάξη της εταιρίας (για την οποία βλ. ενδεικτικά Ρούσσο, Δίκαιο νομικών προσώπων, 2010, σελ. 248), καταλήγει να ερμηνεύει με εξαιρετικά στενό τρόπο τη διάταξη, καταλείποντας σε αυτήν ελάχιστα περιθώρια εφαρμογής και δη παρά την πιθανή διαπίστωση πρόδηλης ύπαρξης σύγκρουσης συμφερόντων και θέσης εν κινδύνω των συμφερόντων της εταιρίας, στην προστασία των οποίων, όμως, αποσκοπούσε ο νομοθέτης με τη θέσπιση της διάταξης (βλ. σχετική κριτική και σε Μπεχλιβάνη, ό.π., στον αρ. περ. 63 και στην υποσ. 165, σελ. 722). Ειδικότερα, η εν λόγω άποψη αντιμετωπίζει τη συνδρομή σύγκρουσης συμφερόντων στο πρόσωπο ενός μέλους του διοικητικού συμβουλίου, όπως το ελάττωμα ψηφοδοσίας του ίδιου μέλους, λόγω σύγκρουσης συμφερόντων, και, μάλιστα, χωρίς περαιτέρω διάκριση ως προς την πιθανή ιδιότητα του μέλους αυτού ως υποκατάστατου οργάνου με αρμοδιότητα τη δικαστική εκπροσώπηση της εταιρίας. Καταλήγει, εξάλλου, στην αναγκαιότητα διορισμού ειδικού εκπροσώπου, όταν ούτως ή άλλως υφίσταται έλλειψη διοίκησης, οπότε, όμως, ο διορισμός προσωρινής διοίκησης είναι αναγκαίος και κατά τις γενικές διατάξεις. Κατά τον τρόπο αυτό, ωστόσο, επί ενάγοντος φυσικού προσώπου, που τυγχάνει πρόεδρος και διευθύνων σύμ- βουλος ανώνυμης εταιρίας, σε βάρος της ίδιας της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, το τετραμελές ή πενταμελές διοικητικό συμβούλιο της οποίας ανέθεσε στον ίδιο τον ενάγοντα, σύμφωνα με το καταστατικό, τη δικαστική εκπροσώπησή της, δεν θα παρίσταται ανάγκη διορισμού ειδικού εκπροσώπου, ιδία αν γίνει δεκτή η άποψη και ότι υφίσταται παράλληλη αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου για τις ανατεθειμένες στο υποκατάστατο όργανο αρμοδιότητες. Στο ανωτέρω παράδειγμα, καθώς η σύγκρουση συμφερόντων (φαινομενικά) συντρέχει μόνο στο πρόσωπο του προμνησθέντος νομίμου εκπροσώπου της, τα λοιπά δε εναπομένοντα και πλειοψηφούντα σε κάθε περίπτωση τρία ή τέσσερα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου δεν είναι λιγότερα από τον ελάχιστο αριθμό που προβλέπει ο νόμος ή το καταστατικό, συνεπής εφαρμογή της ανωτέρω θέσης θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει λόγος διορισμού ειδικού εκπροσώπου. Ωστόσο, τούτο θα παραγνώριζε την έννοια της ανάθεσης της εξουσίας της δικαστικής εκπροσώπησης σε ένα και μόνο υποκατάστατο όργανο, αλλά και εν γένει την πιθανώς σημαίνουσα θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου στο διοικητικό συμβούλιο, τη σαφή επιρροή του τελευταίου στα λοιπά μέλη της διοίκησης, την πρόδηλη σύγκρουση συμφερόντων εκπροσωπούντος και εκπροσωπούμενου νομικού προσώπου και το σε κάθε περίπτωση αντικειμενικό γεγονός της εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρίας από το ως άνω υποκατάστατο όργανό της στη συγκεκριμένη περίπτωση, καταλείποντας ανοιχτή την κερκόπορτα των καταστρατηγήσεων, παρά τη σαφή περί του αντιθέτου νομοθετική πρόθεση. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι στην ανάλογου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 22β παρ. 3 κ.ν. 2190/1920, όπου η εταιρία παρίσταται ως ενάγουσα και όχι ως εναγόμενη, για την άσκηση των αξιώσεών της σε βάρος μελών του διοικητικού της συμβουλίου, ο νομοθέτης δεν αποκλείει την πιθανότητα διορισμού ειδικού εκπροσώπου επί άσκησης τέτοιας αξίωσης της εταιρίας σε βάρος και ενός μόνο μέλους ενός πολυπληθούς διοικητικού συμβουλίου, και δη ανεξάρτητα από το αν τα λοιπά μη εναγόμενα και εναπομένοντα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αρκούν για τον σχηματισμό νόμιμης σύνθεσης του συλλογικού οργάνου. Για τους λόγους αυτούς ορθότερο είναι να υιοθετηθεί η ομοίως υποστηριζόμενη και ελαστικότερη στη θεώρησή της άποψη ότι ανάγκη διορισμού ειδικού εκπροσώπου στην περίπτωση της ακύρωσης συντρέχει σε κάθε περίπτωση, που η εμπλοκή μέλους του διοικητικού συμβουλίου στη δίκη δημιουργεί, εξαιτίας της ισχυρής θέσης του, κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων και στα υπόλοιπα μέλη, ώστε να καθίσταται δυσχερής η αποτελεσματική εκπροσώπηση της εταιρίας (βλ. έτσι Μπεχλιβάνη, ό.π., στον αρ. περ. 63, σελ. 721). Οπωσδήποτε πάντως και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, τέτοια ανάγκη διορισμού εκπροσώπου λόγω σύγκρουσης συμφερόντων συντρέχει στην περίπτωση διορισμού υποκατάστατου οργάνου με αρμοδιότητα τη δικαστική εκπροσώπηση της εταιρίας, αν η σύγκρουση συμφερόντων συντρέχει στο πρόσωπό του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 35α επ. κ.ν. 2190/1920, όπως αυτές τροποποιήθηκαν από τις διατάξεις του ν. 3604/2007, προκύπτει ότι οι ελαττωματικές αποφάσεις της γενικής συνέλευσης, αναλόγως της σοβαρότητας του ελαττώματος, που τις βαρύνει, κατηγοριοποιούνται σε ανυπόστατες, άκυρες και ακυρώ- σιμες αποφάσεις, με την κατηγορία των ακυρώσιμων αποφάσεων να έχει πλέον σημαντικά διευρυνθεί (βλ. ενδεικτικά ΕφΘεσ 549/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γιοβαννόπουλο, ό.π., passim, Μπεχλιβάνη, ό.π., στη γενική εισαγωγή των άρθρων 35α-35γ, σελ. 672 επ.). Παρά το γεγονός, ωστόσο, ότι και στην περίπτωση άσκησης αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητας άκυρων αποφάσεων γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρίας δημιουργούνται αντίστοιχες καταστάσεις σύγκρουσης συμφερόντων, όπως και στην περίπτωση των ακυρώσιμων αποφάσεων, όταν την αγωγή ασκεί μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας ή η ανωτέρω ιδιότητα συντρέχει στο πρόσωπο του ενάγοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της αγωγής (βλ. Γιοβαννόπουλο, σε: ΔικΑΕ, επιμ. Περάκη, γ` έκδ., Τ. I, υπό το άρθρο 35β, σελ. 1373-1374 και Μπεχλιβάνη, ό.π., υπό το άρθρο 35β, στον αρ. περ. 18, σελ. 741 ως προς τη δυνατότητα προβολής της ακυρότητας ακύρων αποφάσεων γενικής συνέ- λευσης από μέλη του διοικητικού συμβουλίου), ο νομοθέτης δεν διέλαβε αντίστοι- χες διατάξεις περί διορισμού ειδικού εκπροσώπου της εταιρίας και στην περίπτωση αυτή. Το γεγονός, όμως, αυτό δεν οφείλεται σε συνειδητή και εκούσια επιλογή του νομοθέτη, ο οποίος ούτε εξέφρασε ούτε είχε λόγο να εκφράσει αντίθετη θέση σε μία περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, που ουδόλως διαφοροποιείται έναντι της απαντώμενης στην περίπτωση των ακυρώσιμων αποφάσεων. Η διάταξη, άλλωστε, του άρθρου 35α παρ. 3 κ.ν. 2190/1920, όπως και η διάταξη του άρθρου 22β παρ. 3 του ιδίου ως άνω νόμου, δεν αποτελούν παρά ειδικές περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων, η οποία ούτως ή άλλως ρυθμίζεται κατά τα λοιπά στη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται και στην περίπτωση της ανώνυμης εταιρίας (ΟλΑΠ 18/2001 ΕΕμπΔ 2002. 74, ΑΠ 395/2002 ΧρΙΔ 2003. 407, ΕφΑθ 2553/2004 ΕΕμπΔ 2005. 67, Δέλλιος, σε: ΣΕΑΚ, επιμ. Απ. Γεωργιάδη, Τ. 1, υπό το άρθρο 69, στον αρ. περ. 2). Γενικότερα, η πολυσήμαντη έννοια της σύγκρουσης συμφερόντων παρέσχε στο παρελθόν αφορμή για πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις (βλ. αναλυτικά Α. Παπαδοπούλου, ό.π., υπό το άρθρο 18, στους αρ. περ. 83 επ., σελ. 60 επ., όπου και περαιτέρω παραπομπές). Η αποδοχή μίας ευρείας έννοιας διευρύνει αναγκαίως τα όρια της δικαστικής επέμβασης, με αποτέλεσμα πιθανές καταχρηστικές επεμβάσεις στην αυτονομία του νομικού προσώπου, ενώ η υπερβολικά στενή ερμηνεία αποδυναμώνει τη ρυθμιστική εμβέλεια της διάταξης, καταλείποντας εκτός του πεδίου εφαρμογής της περιπτώσεις, όπου τα συμφέροντα της εταιρίας τίθενται εν κινδύνω και δη όχι λόγω επιζήμιων ή πλημμελών πράξεων διαχείρισης (ΑΠ 765/2005 ΕλλΔνη 2005. 1113, ΕφΠατρ 178/2011 ΑχΝομ 2012. 321, ΕφΑθ 2553/2004 ΕΕμπΔ 2005. 67), αλλά λόγω συγκεκριμένων ενεργειών, που επιχειρούνται παρά τη διαπίστωση της ύπαρξης σχετικής σύγκρουσης συμφερόντων. Σύγκρουση συμφερόντων υφίσταται αναμφίβολα στις περιπτώσεις που ο νόμος απαγορεύει τη συμμετοχή ενός προσώπου στη λήψη μίας απόφασης, ως ιδία στις προβλεπόμενες από τα άρθρα 66 και 235 ΑΚ περιπτώσεις (βλ. ιδία ΕφΑθ 2097/1996 ΔΕΕ 1997. 289). Ορθότερα, όμως, σύγκρουση συμφερόντων υφίσταται και σε κάθε περίπτωση, που τα πρόσωπα που ασκούν διοίκηση έχουν δικό τους ατομικό συμφέρον, αντίθετο προς αυτό του νομικού προσώπου και, συνεπώς, κωλύονται να το αντιπροσωπεύουν, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει στην πραγματικότητα ενεργή υπέρ των συμφερόντων του νομικού προσώπου διοίκηση και να ανακύπτει ανάγκη προσωρινής αναπλήρωσης κατ’ άρθρο 69 ΑΚ έως τη λήξη του κωλύματος (ΑΠ 538/1998 ΕλλΔνη 1998. 1606, ΑΠ 236/1990 ΕλλΔνη 1990. 1453, ΕφΠατρ 178/2011 ΑχΝομ 2012. 321, ΕφΑθ 2553/2004 ΕΕμπΔ 2005. 67 με παρατ. Λιάππη, ΕφΘεσ 919/2004 Αρμ. 2004. 1430 με παρατ. Μπεχλιβάνη). Σε αντίθεση με την περίπτωση της έλλειψης διοίκησης, άλλωστε, όπου ο νομοθέτης χορηγεί πλέον πληθώρα εναλλακτικών επιλογών στους μετόχους, πριν την καταφυγή στο άρθρο 69 ΑΚ ως ultimum refugium (βλ. ιδία άρθρο 18 παρ. 7-9 κ.ν. 190/1920, όπως ισχύει μετά τον ν. 3604/2007, καθώς και Α. Παπαδοπούλου, ό.π., υπό το άρθρο 18, στον αρ. περ. 73, σελ. 52), η ίδια η φύση της σύγκρουσης συμφερόντων και η σύμφυτη με αυτή παραβίαση της υποχρέωσης πίστης καταλείπει σαφώς μικρότερα περιθώρια ανάλογων ελιγμών στον νομοθέτη και δευτερευόντως στους μετόχους (βλ. π.χ. την ειδική περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ ειδικού εκκαθαριστή ΑΕ, κατ’ άρθρο 9 παρ. 3 ν. 1386/1983, και της ΑΕ, όταν ο εκκαθαριστής στρέφετο κατά της ΑΕ με δικαστικές του ενέργειες, οπότε και λόγω της υφιστάμενης σύγκρουσης συμφερόντων, ο νομοθέτης είχε προκρίνει η ΑΕ να εκπροσωπείται από το ΔΣ, που είχε εκλεγεί πριν την υπαγωγή της εταιρί- ας σε ειδική εκκαθάριση, ΑΠ 1504/2002 ΔΕΕ 2003. 178).

Εξάλλου, επί εγέρσεως αγωγής από μέλος της διοίκησης του νομικού προσώπου σε βάρος του εκπροσωπούμενου από το ίδιο μέλος νομικού προσώπου, η δικονομική θέση του μέλους της διοίκησης ως ενάγοντος και η ανοιγόμενη μέσω της άσκησης της αγωγής αντιδικία είναι δηλωτική ιδίου ατομικού συμφέροντος του ως άνω προσώπου και δη αντίθετου προς αυτό του νομικού προσώπου. Περαιτέρω, όταν η σύγκρουση συμφερόντων ανακύπτει ειδικά λόγω της διεξαγωγής δίκης μεταξύ νομικού προσώπου και μέλους της διοίκησής του, αντί διορισμού προσωρινής διοίκησης, κατ’ άρθρο 69 ΑΚ, μπορεί να χωρήσει διορισμός ειδικού εκπροσώπου προς έγερση της αγωγής ή προς διεξαγωγή της εκκρεμούς δίκης (βλ. σχετικώς Ρούσσο, ό.π., σελ. 252). Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δεσμευτικό για το δικαστήριο να διορίσει προσωρινώς διοίκηση αποτελούμενη από τον ίδιο αριθμό μελών, όπως η αιρετή, δυναμένου του τελευταίου να ορίσει και μικρότερο αριθμό μελών (βλ. Κρητικό, σε: ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Τ. ΙΑ, β ́ έκδ., 2016, υπό το άρθρο 69, στον αρ. περ. 31). Το δικαστήριο καθορίζει την έκταση της εξουσίας της προσωρινής διοίκησης – ειδικού εκπροσώπου της εταιρίας, η δε εξουσία του τελευταίου εξαντλείται στο συγκεκριμένο ζήτημα (π.χ. διεξαγωγή δίκης μεταξύ του νομικού προσώπου και του μέλους του – βλ. αντί άλλων Δέλλιο, σε: ΣΕΑΚ, επιμ. Απ. Γεωργιάδη, υπό το άρθρο 69, στους αρ. περ. 15 επ., όπου και περαιτέρω παραπομπές). Για όλα τα υπόλοιπα θέματα αρμόδια παραμένει η παράλληλα υφιστάμενη τακτική διοίκηση, με τη συμμετοχή και εκείνων που δεν συμμετέχουν π.χ. στην προσωρινή διοίκηση λόγω του κωλύματος. Στο μέτρο που εφαρμόζεται η γενική διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ και όχι ειδικότερη διάταξη, όπως αυτή του άρθρου 35α παρ. 3 κ.ν. 2190/1920, αρμόδιο δικαστήριο για τον διορισμό της προσωρινής διοίκησης ή του ειδικού εκπροσώπου τυγχάνει το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας, που έχει την έδρα του το νομικό πρόσωπο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΟλΑΠ 18/2001 ΕΕμπΔ 2002. 74, ΑΠ 765/2005 ΕλλΔνη 2005. 1113, ΕφΑθ 4505/2004 ΔΕΕ 2004. 1010).

Τέλος, από τον συνδυασμό των άρθρων 64 παρ. 2, 67 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διαδικαστική προϋπόθεση της νόμιμης εκπροσώπησης των διαδίκων ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, όταν δε τίθεται, μεταξύ άλλων, ζήτημα αναφορικά με τη νόμιμη εκπροσώπηση ενός διαδίκου και εντεύθεν την ικανότητα της δικαστικής του παράστασης, το δικαστήριο αναβάλλει την πρόοδο της δίκης και ορίζει προθεσμία για τη συμπλήρωση των τυχόν ελλείψεων (ΑΠ 186/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 80/2014 ΕπισκΕμπΔ 2014. 141, ΠΠρΑθ 1862/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ σε περίλ., ΠΠρΑθ 1547/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 19605/1995 Αρμ. 1996. 872, Μπαλογιάννη/Γεωργιάδου, σε: Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ, επιμ. Απαλλαγάκη, 4η έκδ., 2016, Τ. Ι, υπό το άρθρο 67 στους αρ. περ. 1 επ., Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία κατ’ άρθρο ΚΠολΔ, Τ. I, υπό το άρθρο 67, σελ. 128 επ.).

Με την υπό κρίση αγωγή του, όπως αυτή παραδεκτά συμπληρώθηκε με τις προτάσεις του (άρθρο 224 ΚΠολΔ) ως προς τις εκδοθείσες στον διαδραμόντα χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής δικαστικές αποφάσεις, ο ενάγων εκθέτει ότι τυγχάνει μέτοχος της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…», διατηρώντας την κυριότητα 86.700 ονομαστικών μετοχών, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 51% του μετοχικού κεφαλαίου, ότι κυρία των λοιπών μετοχών τυγχάνει η εν διαστάσει σύζυγός του …, ότι ενόψει του οικογενειακού χαρακτήρα της εναγομένης εταιρίας δεν ελάμβαναν χώρα πραγματικές γενικές συνελεύσεις με τήρηση των αναγκαίων διατυπώσεων πρόσκλησης των δύο μετόχων-συζύγων και δημοσίευση των προσκλήσεων αυτών, αλλά υπογράφονταν από άπαντες τους μετόχους διά περιφοράς πρακτικά, ότι στις 19.02.2009 είχε εκλεγεί με τις νόμιμες διατυπώσεις τριμελές διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης εταιρίας με πενταετή θητεία, αποτελούμενο από τους δύο ως άνω συζύγους, εκ των οποίων ο ενάγων έφερε ιδιότητα προέδρου του διοικητικού συμβουλίου, και τον …, υπάλληλο έτερης εταιρίας του ομίλου με την επωνυμία «…», ότι τον Ιανουάριο του 2014, οπότε και επεδόθη στον ενάγοντα σχετική δήλωση της εν διαστάσει συζύγου του για σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας με θέμα την ανακατανομή των εξουσιών μεταξύ των μελών του τελευταίου, ο ενάγων διαπίστωσε ότι, χωρίς να το έχει αντιληφθεί, είχαν σε προηγούμενο χρόνο υπογραφεί τέτοια διά περιφοράς πρακτικά γενικής συνέλευσης και διοικητικού συμβουλίου, των οποίων το περιεχόμενο αγνοούσε και τα οποία είτε έφεραν μεν την υφαρπαγείσα κατά τον περιγραφόμενο στην αγωγή τρόπο υπογραφή του, χωρίς όμως να έχουν τεθεί επ’ αυτού και οι υπογραφές των λοιπών μετόχων ή μελών του διοικητικού συμβουλίου, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 32 παρ. 3 (για τα διά περιφοράς πρακτικά γενικής συνέλευσης) και 21 παρ. 5 κ.ν. 2190/1920 (για τα διά περιφοράς πρακτικά διοικητικού συμβουλίου), με αποτέλεσμα οι ληφθείσες αποφάσεις να τυγχάνουν ανυπόστατες, είτε έφεραν πλαστογραφηθείσα υπογραφή του, ότι ειδικότερα στις 30.04.2013 καταρτίστηκε διά περιφοράς πρακτικό διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης για τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσής της στις 30.06.2013, το οποίο φέρει μεν την υφαρπαχθείσα υπογραφή του ενάγοντος, όχι όμως και απάντων των λοιπών μελών του διοικητικού συμβουλίου, με αποτέλεσμα η απόφαση να τυγχάνει ανυπόστατη, ότι στις 30.06.2013 συντάχθηκε νέο διά πε- ριφοράς πρακτικό της τακτικής γενικής συνέλευσης της εναγομένης, επί του οποίου έχει ομοίως τεθεί η υφαρπαγείσα υπογραφή του ενάγοντος, χωρίς όμως να έχει τεθεί η υπογραφή και της έτερης μετόχου …, με αποτέλεσμα οι φερόμενες ως ληφθείσες στην ως άνω γενική συνέλευση αποφάσεις να τυγχάνουν ομοίως ανυπόστατες, ότι στην τελευταία αυτή ανυπόστατη γενική συνέλευση φέρεται ότι αποφασίσθηκε ομόφωνα, μεταξύ άλλων, η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης κατά το ποσό των 12.000,00 ευρώ με καταβολή μετρητών και έκδοση 4.000 νέων δεσμευμένων ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας εκάστης 3,00 ευρώ, ενώ ταυτόχρονα ο ενάγων παραιτήθηκε της άσκησης του δικαιώματος προτίμησης, συμφωνηθέντος ότι το κεφάλαιο θα καλυφθεί από τη σύζυγό του με την καταβολή μετρητών εντός μηνός από της λήψης της οικείας απόφασης, ότι με τις περιγραφόμενες στην αγωγή δόλιες μεθοδεύσεις της εν διαστάσει συζύγου του ενάγοντος και του … επιδιώχθηκε η απόκτηση της πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης (50,17%) από την εν διαστάσει σύζυγο του ενάγοντος και μέσω αυτής και η απόκτηση του ελέγχου της έτερης εταιρίας με την επωνυμία «…», στην οποία η μεν εναγόμενη διατηρούσε μετοχές, που αντιστοιχούν στο 38,92% του μετοχικού της κεφαλαίου, η δε … (διατηρούσε) μετοχές, που αντιστοιχούν στο 19,46% του μετοχικού της κεφαλαίου, ότι στις 05.08.2013 φέρεται ότι συντάχθηκε διά περιφοράς πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, με το οποίο πιστοποιείται η προαναφερθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, και στο οποίο, εκτός του ότι δεν έχουν τεθεί οι υπογραφές απάντων των μελών αυτού, φέρεται ότι έχει τεθεί η υπογραφή του ενάγοντος, η οποία όμως αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας, ότι άπασες οι ως άνω αποφάσεις της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης προσβλήθηκαν από τον ενάγοντα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την άσκηση της με αρ. έκθ. καταθ. 7004/2014 αγωγής του, με την οποία αιτήθηκε την αναγνώριση του ανυπόστατου, άλλως άκυρου, χαρακτήρα τους, ότι η εν λόγω αγωγή συνεκδικάστηκε με τη με αρ. έκθ. καταθ. 22.934/2012 αντίθετη αγωγή της εν διαστάσει συζύγου του, με την οποία η τελευταία ζητούσε την αναγνώριση της εγκυρότητας των ιδίων ως άνω αποφάσεων, την αναγνώριση της κυριότητάς της επί των 87.300 μετοχών της εναγομένης, που διατηρούσε στην κυριότητά της μετά την πραγματοποιηθείσα κατά τα ως άνω αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, καθώς και να υποχρεωθεί ο νυν ενάγων να της καταβάλει το ποσό των 300.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής της βλάβης, ότι επί της ως άνω αγωγής εξεδόθη σε πρώτο βαθμό η υπ’ αριθμ. 11.678/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και σε δεύτερο βαθμό η υπ’ αριθμ. 549/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες η μεν με αρ. έκθ. καταθ. 22.934/2012 αγωγή της εν διαστάσει συζύγου του ενάγοντος απορρίφθηκε ως προς τα αναγνωριστικά της αιτήματα εν μέρει ως νόμω και εν μέρει ως ουσία αβάσιμη, η δε με αρ. έκθ. καταθ. 7004/2014 αγωγή του ενάγοντος εγένετο δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη, αναγνωρισθέντος του ανυπόστατου χαρακτήρα της από 30.06.2013 απόφασης της γενικής συνέλευσης της εναγόμενης και των από 30.04.2013 και 05.08.2013 αποφάσεων του διοικητικού της συμβουλίου, ότι επιπλέον το κατά τα προεκτεθέντα ανυπόστατο διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης εταιρίας συγκάλεσε γενική συνέλευση για τις 08.01.2014, ότι στις 08.01.2014, χωρίς να λάβει χώρα πραγματική συγκέντρωση των μετόχων της εναγομένης εταιρίας σε συνέλευση, συνετάχθη διά περιφοράς πρακτικό της γενικής συνέλευσης, στο οποίο τέθηκε η υφαρπαγείσα υπογραφή του ενάγοντος, όταν προσκομίστηκε μαζί με πλήθος έτερων εγγράφων στον ενάγοντα από τον …, ο οποίος απέκρυψε δολίως το ακριβές περιεχόμενο του πρακτικού από τον ενάγοντα, αν και είχε, ως εκ της θέσεώς του, της καλής πίστης και της εμπιστοσύνης, με την οποία τον περιέβαλε ο ενάγων λόγω της μακράς του θητείας στην οικογενειακή επιχείρηση, ηθικό και νομικό καθήκον να τον διαφωτίσει για το περιεχόμενο των προς υπογραφή εγγράφων, ότι σε κάθε περίπτωση στο ως άνω δια περιφοράς πρακτικό δεν έχει τεθεί η υπογραφή της έτερης μετόχου, …, με αποτέλεσμα και αυτή η απόφαση να τυγχάνει ανυπόστατη, πέραν του ελαττώματος, που προκλήθηκε εκ του ότι η … φέρεται να έχει μετάσχει στη γενική συνέλευση με μετοχές που απέκτησε από την προηγηθείσα ανυπόστατη απόφαση της από 30.06.2013 γενικής συνέλευσης περί την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και εκ του γεγονότος ότι υπεγράφη κατόπιν της προπεριγραφείσας απάτης, ότι με την από 08.01.2014 ανυπόστατη απόφαση της γενικής συνέλευσης της εναγόμενης εταιρίας αποφασίσθηκε, μεταξύ άλλων, η αύξηση των μελών του διοικητικού συμβουλίου από τρία σε πέντε και εκλέχθηκαν ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου, πέραν του ενάγοντος, της … και του …, και οι θετές θυγατέρες του ενάγοντος, … και … …, ότι το κατά τα ως άνω εκλεγέν πενταμελές διοικητικό συμβούλιο συ- γκροτήθηκε σε σώμα με απόφασή του, που ελήφθη στις 09.01.2014 και με την οποία στον μεν ενάγοντα ανατέθηκαν καθήκοντα προέδρου, στη δε … καθήκοντα αντιπροέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της εναγομένης, ότι η ως άνω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, στο συνταχθέν δια περιφοράς πρακτικό της οποίας δεν έχουν ομοίως τεθεί οι υπογραφές απάντων των μελών του, είναι ομοίως ανυπόστατο, προεχόντως καθόσον το διοικητικό συμβούλιο έχει εκλεγεί από ανυπόστατη απόφαση της γενικής συνέλευσης, ότι τόσο η από 08.01.2014 απόφαση της γενικής συνέλευσης της εναγομένης όσο και η από 09.01.2014 απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου έχουν προσβληθεί από τον ενάγοντα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την άσκηση της με αρ. έκθ. καταθ. 7309/2014 αγωγής του, επί της οποίας έχει εκδοθεί σε πρώτο βαθμό η υπ’ αριθμ. 13.068/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ο ανυπόστατος χαρακτήρας αμφοτέρων των ως άνω αποφάσεων, ότι το κατά τα ως άνω ανυποστάτως εκλεγέν διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης συγκάλεσε την ετήσια γενική συνέλευση για τις 10.07.2014, ότι η ως άνω γενική συνέλευση έλαβε χώρα, κατόπιν αναβολών, στις 18.12.2014, χωρίς να συμμετάσχει ο ενάγων, ο οποίος αρνήθηκε τη συμμετοχή του, θεωρώντας μη νόμιμη τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης, ότι με απόφασή της η γενική συνέλευση της 18.12.2014 αποφάσισε την έγκριση της από 08.01.2014 απόφασης για την αύξηση των μελών του διοικητικού συμβουλίου σε πέντε και την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου, προσθέτως δε εξέλεξε νέο πενταμελές διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από την …, τον …, τον …, τον … και τον …, ότι η απόφαση αυτή τυγχάνει άκυρη κατ’ άρθρο 35β κ.ν. 2190/1920, καθόσον οι προσκλήσεις για τη σύγκλησή της, που απηύθυνε το ανυπόστατο διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης, που είχε εκλεγεί με την από 08.01.2014 ανυπόστατη απόφαση της γενικής συνέλευσης, δεν προέρχονται από όργανο της εταιρίας και δεν είναι δυνατό να καταλογιστούν σε αυτή, υφισταμένης για τον λόγο αυτό παντελούς έλλειψης πρόσκλησης, ότι κατά την ίδια ως άνω ημέρα το φερόμενο ως εκλεγέν νέο διοικητικό συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα, ορισθείσας της μεν … ως προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της εναγομένης, του δε … ως αντιπροέδρου, ότι η εν λόγω απόφαση πάσχει ομοίως από ακυρότητα, καθώς το διοικητικό συμβούλιο έχει εκλεγεί με άκυρη απόφαση της γενικής συνέλευσης σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ότι με την από 29.12.2014 απόφασή του το ίδιο ως άνω ακύρως εκλεγέν, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης της εναγομένης για τις 29.01.2015 και ώρα 12:00 στα γραφεία της εταιρίας με θέμα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και δη με τροποποίηση του καταστατικού κατά το ποσό των 210.000,00 ευρώ, κατόπιν έκδοσης 70.000 νέων μετοχών και κάλυψης του αναγκαίου ποσού με «νέες εισφορές σε χρήμα», ότι στις 15.01.2015 το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε την προσθήκη και νέου θέματος στη γενική συνέλευση, σχετικού με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ίδιο ως άνω ποσό (ή κατά όποιο άλλο ποσό ήθελε κριθεί σκόπιμο και αναγκαίο), με την έκδοση νέων ονομαστικών μετοχών, κατ’ άρθρο 47 κ.ν. 2190/1920, αποστέλλοντας και συμπληρωματική προς τούτο πρόσκληση στους μετόχους, ότι στις 26.01.2015 το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης με ομόφωνη απόφασή του αποφάσισε να μην επιτρέψει στον ενάγοντα τη συμμετοχή του στην έκτακτη γενική συνέλευση της 29.01.2015, με την αιτιολογία ότι ο ίδιος δεν είχε προβεί στην προβλεπόμενη δήλωση συμμετοχής του, ενώ η συγκληθείσα γενική συνέλευση, στις 29.01.2015, με σχετική απόφασή της καταχρηστικά αποφάσισε να εμποδίσει τη συμμετοχή του ενάγοντος στις εργασίες της, ότι τις ως άνω από 26.01.2015 και από 29.01.2015 αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης της εναγόμενης αντίστοιχα, ο ενάγων προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τη με αρ. έκθ. καταθ. 3427/2015 αγωγή του, με την οποία αιτήθηκε την αναγνώριση της ακυρότητας των ως άνω αποφάσεων, επειδή του απαγορεύθηκε η συμμετοχή του στη συνέλευση για μη προβλεπόμενη στον νόμο προϋπόθεση, άλλως επειδή καταχρηστικά απεκλείσθη ο ίδιος της συμμετοχής του στη συνέλευση, ότι στη γενική συνέλευση της 29.01.2015 αποφασίσθηκε τελικώς η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης μέχρι του ποσού των 199.800,00 ευρώ προς αποκατάσταση των ιδίων κεφαλαίων της εναγομένης στα όρια του νόμου, χωρίς τροποποίηση του καταστατικού της και με την έκδοση 66.000 νέων κοινών ονομαστικών μετοχών, αξίας εκάστης 3,00 ευρώ, ότι με την ίδια ως άνω απόφαση τέθηκε προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης των υφιστάμενων μετόχων μέχρι τις 15.04.2015, ορισθέντος ότι το διοικητικό συμβούλιο θα δύνατο να αποφασίσει ελεύθερα, μετά την πάροδο της προθεσμίας, τον τρόπο διάθεσης των τυχόν αδιάθετων μετοχών, ότι με την από 16.04.2015 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης αποφασίσθηκε η παράταση της προθεσμίας άσκησης του δικαιώματος προτίμησης από τους υφιστάμενους μετόχους ως τις 15.07.2015, ότι με την από 20.07.2015 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αποφασίσθηκε η διάθεση των νέων μετοχών ως ακολούθως, ήτοι η διάθεση 13.000 μετοχών στην …, με την καταβολή ποσού 39.000,00 ευρώ και η διάθεση 53.600 μετοχών στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…», που θα συμμετείχε με το ποσό των 160.800,00 ευρώ, προερχόμενο από κεφαλαιοποίηση ισόποσων χρηματικών οφειλών της εναγομένης προς αυτήν, ότι στις 27.08.2015, το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης με σχετική απόφασή του πιστοποίησε την κάλυψη του ποσού της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και τη διαμόρφωση του ποσοστού της συμμετοχής εκάστου των μετόχων στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης ως ακολούθως, ήτοι του ποσοστού της … σε 41,69%, του ενάγοντος σε 36,03% και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…» σε 22,27%, καθώς και ότι οι ως άνω αποφάσεις πάσχουν από ακυρότητα ως εκτελεστικές της άκυρης απόφασης της γενικής συνέλευσης της 29.01.2015 περί την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης. Επικαλούμενος δε ο ενάγων: α) ότι το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης, που είχε εκλεγεί από την από 08.01.2014 ανυπόστατη κατά τα προεκτεθέντα γενική συνέλευση και είχε συγκροτηθεί σε σώμα με την από 09.01.2014 ανυπόστατη για τον ίδιο λόγο απόφασή του, δεν ήταν δυνατό να συγκαλέσει εγκύρως γενική συνέλευση, διότι οι ενέργειές του δεν ήταν δυνατό να καταλογιστούν στην εταιρία ως προερχόμενες από νομίμως υφιστάμενο όργανό της, β) ότι για τον ως άνω λόγο υφίσταται παντελής έλλειψη πρόσκλησης για τη συγκληθείσα στις 10.07.2014 και, μετ’ αναβολή, στις 18.12.2014 γενική συνέλευση, γ) ότι για τον λόγο αυτό πάσχει από ακυρότητα τόσο η απόφαση της τελευταίας αυτής γενικής συνέλευσης όσο και η από 18.12.2014 απόφαση του εκλεγέντος σε αυτήν διοικητικού συμβουλίου περί τη συγκρότησή του σε σώμα και δ) ότι η ληφθείσα στις 29.12.2014 απόφαση σύγκλησης της γενικής συνέλευσης της 29.01.2015 τυγχάνει ομοίως άκυρη λόγω της προέλευσής της από ακύρως εκλεγέν όργανο, όπως και οι εκτελεστικές αυτής και σχετικές με την πραγματοποίηση της αποφασισθείσας αύξησης μετοχικού κεφαλαίου αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, ζητεί, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής του, να αναγνωρισθεί κατ’ άρθρο 35β κ.ν. 2190/1920 η ακυρότητα: α) της από 18.12.2014 απόφασης της γενικής συνέλευσης της εναγομένης περί την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου και τα λοιπά αναφερόμενα σε αυτήν ζητήματα, β) των από 29.12.2014 και 15.01.2015 αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης της εναγομένης στις 29.01. 2015, γ) της από 29.12.2015 απόφασης της έκτακτης γενικής συνέλευσης της εναγομένης για την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και δ) των από 16.04.2015, 20.07.2015 και 27.08.2015 εκτελεστικών αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου, με τις οποίες πραγματοποιήθηκε η ακύρως αποφασισθείσα στις 29.01.2015 αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 18 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ωστόσο, εγείρεται ζήτημα αναφορικά με τη νόμιμη εκπροσώπηση της εναγομένης εταιρίας λόγω της διαπιστούμενης από το Δικαστήριο σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ της εναγομένης εταιρίας αφενός και του νομίμου εκπροσώπου της αφετέρου, ο οποίος συμπίπτει με το πρόσωπο του ενάγοντος. 

Ειδικότερα, τον Σεπτέμβριο του 2015, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της κατάθεσης (19.11.2015) και εν συνεχεία της άσκησης της υπό κρίση αγωγής, ο ενάγων αιτήθηκε τον διορισμό προσωρινής διοίκησης στην εναγομένη εταιρία, κατ’ άρθρο 69 ΑΚ, υποβάλλοντας προς το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης τη με αρ. έκθ. καταθ. 2005/8609/2015 αίτησή του. Το εν λόγω δικαστήριο εξέδωσε αρχικώς στις 15.09.2015 προσωρινή διαταγή, με την οποία όρισε προσωρινή διοίκηση στην εναγόμενη εταιρία, αποτελούμενη από τέσσερα εκ των προταθέντων από τον ενάγοντα πέντε μελών, ήτοι από τους …, …, … και …, καθώς και τον μη προταθέντα από τον ενάγοντα …, με τον οποίο ο ενάγων ευρίσκεται ήδη από ετών σε αντιδικία. Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1906Ε/21.10.2015 οριστικής απόφασης του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, τα ίδια ως άνω πρόσωπα ορίστηκαν μέλη της προσωρινής διοίκησης της εναγομένης, με παρασχεθείσα σε αυτά εξουσία τη σύγκληση γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση της προαναφερθείσας απόφασης. Στις 20.04.2016, εξάλλου, η συγκληθείσα γενική συνέλευση της εναγομένης συνήλθε και εξέλεξε ως μέλη της τακτικής διοίκησης της εναγομένης τα κάτωθι αναφερόμενα πρόσωπα, που συγκροτήθηκαν σε σώμα ως ακολούθως: Συγκεκριμένα, ο νυν ενάγων, … εξελέγη πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης εταιρίας, ο …, που είχε προηγουμένως προταθεί από τον ενάγοντα και ως μέλος της προσωρινής διοίκησης της εναγομένης, ορίσθηκε αντιπρόεδρος της εναγομένης και η … και ο …, οι οποίοι είχαν ομοίως προηγουμένως προταθεί από τον ενάγοντα και ως μέλη της προσωρινής διοίκησης της εναγομένης, εκλέχθηκαν απλά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, όπως και ο … Το διοικητικό συμβούλιο, μάλιστα, ομόφωνα ανέθεσε στον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλό του …, ήτοι τον νυν ενάγοντα, μεταξύ άλλων, την εξουσία να εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα την εναγόμενη εταιρία, όπως και να ξεκινά δικαστικές διαδικασίες, να παραιτείται από δικαιώματα, αγωγές και ένδικα μέσα και να συνάπτει συμβιβασμούς. Ήδη η ως άνω σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου διατηρείται και κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής.

Παρατηρείται, συνεπώς, πως ο νυν ενάγων, ο οποίος κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής δεν συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης, κατά τον χρόνο συζήτησης αυτής αποτελεί ήδη μέλος του διοικητικού της συμβουλίου και, μάλιστα, τυγχάνει πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής, με ανατε- θειμένα σε αυτόν καθήκοντα, μεταξύ άλλων, και τη δικαστική εκπροσώπηση της εταιρίας. Ο …, δηλαδή, έχει οριστεί κατ’ άρθρο 22 παρ. 3 κ.ν. 2190/1920 υποκατάστατο όργανο της εταιρίας με ανατεθειμένο σε αυτόν καθήκον, μεταξύ άλλων, και την εκπροσώπηση της εναγομένης εταιρίας στη διεξαγόμενη δίκη. Ο ίδιος, μάλιστα, τυγχάνει κυρίαρχος μέτοχος στην εταιρία με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, ενώ και τα λοιπά μέλη της διοίκησης είναι φίλα προσκείμενα σε αυτόν, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι στην πλειονότητά τους ταυτίζονται με τα προταθέντα από τον ίδιο μέλη της προηγουμένως ορισθείσας προσωρινής διοίκησης της εναγόμενης εταιρίας. Ο …, εξάλλου, ευρίσκεται σε σχέση αντιδικίας με την εναγόμενη, όπως τούτο καθίσταται πρόδηλο από τη δικονομική θέση ενός εκάστου στην υπό κρίση δίκη, ήτοι του μεν … ως ενάγοντος, της δε εταιρίας με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…» ως εναγομένης. Η σχέση αντιδικίας είναι δηλωτική των συγκρουομένων συμφερόντων μεταξύ των δύο πλευρών, δεδομένου ότι το άνοιγμα της δίκης προϋποθέτει την ύπαρξη έριδας, ενώ η δικονομική στάση της εναγομένης εταιρίας να ομολογήσει τα πραγματικά περιστατικά του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος του ενάγοντος με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της και δήλωση της πληρεξούσιας Δικηγόρου της, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, ανάγεται μεν στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, ενδεικνύει, ωστόσο, κατά τρόπο διαυγή τους κινδύνους που ελλοχεύουν για τα συμφέροντα της εταιρίας, η οποία, ενώ σε χρόνο προγενέστερο της ανάληψης της δικαστικής εκπροσώπησής της από τον ενάγοντα αντιδικούσε με αυτόν, στον μεταγενέστερο της ανάληψης της νόμιμης εκπροσώπησής της από τον ενάγοντα χρόνο και δη στον χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, φέρεται να έχει ήδη μεταβάλει άρδην θέση, ταυτιζόμενη με τις απόψεις του ενάγοντος και ομολογούσα τις αποδιδόμενες από τον ενάγοντα στις αποφάσεις των οργάνων της σοβαρές πλημμέλειες. Είναι, βέβαια, αληθές ότι ο ενάγων αποτελεί ένα εκ των πέντε συνολικά μελών του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, με αποτέλεσμα η υποθετική μη συμμετοχή του στις σχετικές με τη δίκη αποφάσεις του εν λόγω οργάνου να μην μπορούσε να επιδράσει στο αποτέλεσμα των αποφάσεων αυτών. Ωστόσο, δεν πρέπει να παροραθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, ο … δεν αποτελεί απλό μέλος του διοικητικού συμβουλίου, αλλά υποκατάστατο όργανο αυτού, με ανατεθειμένο σε αυτόν καθήκον τη δικαστική εκπροσώπηση της εταιρίας. Συνεπώς, ο ενάγων δύναται και μόνος αυτός να καθορίζει τη στάση της εναγόμενης εταιρίας στη διεξαγόμενη δίκη, χωρίς τούτο να μπορεί να ανατραπεί από μόνο το γεγονός ότι το διοικητικό συμβούλιο διατηρεί κατά τα λοιπά τη δυνατότητα εποπτείας του υποκατάστατου οργάνου. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, όπου η διαφαινόμενη σύγκρουση συμφερόντων αφορά προεχόντως στη διεξαγωγή δίκης και όχι π.χ. στην κατάρτιση σύμβασης, δυσχερώς δύναται να γίνει αντιληπτό και το πώς θα μπορούσε να ανακοπεί ή να ελεγχθεί εκ των προτέρων ο τρόπος δράσης του υποκατάστατου οργάνου, το οποίο θα μπορούσε άνευ ετέρου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αγωγής, εξουσιοδοτώντας μόνο αυτό τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγόμενης και παρέχοντας μόνο αυτό οδηγίες στον εν λόγω νομικό παραστάτη για τον τρόπο διεξαγωγής της δίκης και την προβολή των σχετικών ισχυρισμών από μέρους της εναγόμενης. Εν προκειμένω, εξάλλου, πρόκειται για δίκη περί την αναγνώριση της ακυρότητας των προαναφερθεισών αποφάσεων της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρίας κατ’ άρθρο 35β κ.ν. 2190/1920. Είναι, βέβαια, αληθές ότι ο ενάγων ζητεί, κατά τρόπο αντιφατικό, «να ακυρωθούν, κατ’ άρθρο 35β κ.ν. 2190/1920…» οι προσβαλλόμενες αποφάσεις της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρίας. Η χρήση της φράσης περί την ακύρωση των ως άνω αποφάσεων στο αιτητικό της αγωγής ταυτίζεται κατ’ αρχάς με την προβολή διαπλαστικού, ακυρωτικού αιτήματος ακυρώσιμων αποφάσεων. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, ο ενάγων ζητεί την ακύρωση των εν λόγω αποφάσεων «κατ’ άρθρο 35β κ.ν. 2190/1920», ήτοι επικαλούμενος διάταξη που παραπέμπει ευθέως στην ακυρότητα και όχι την ακυρωσία αποφάσεων της γενικής συνέλευσης και, μάλιστα, κατόπιν επίκλησης διαφορετικών και διακριτών προϋποθέσεων. Για τον λόγο αυτό, μόνη η διατύπωση του αιτήματος στο αιτητικό της αγωγής δεν αρκεί για την αποσαφήνιση του ακριβούς περιεχομένου του και αναγκαία καθίσταται η αναγωγή και στο υπόλοιπο περιεχόμενο της αγωγής. Από το τελευταίο, όμως, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ως προ το ότι ο ενάγων επικαλείται την ακυρότητα των προσβαλλόμενων αποφάσεων, καθώς σε ουδέν σημείο ποιείται λόγο για ακυρώσιμη απόφαση, αντιθέτως δε, παρά το γεγονός ότι τα ιστορούμενα από αυτόν γεγονότα θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να υπαχθούν και στη διάταξη του άρθρου 35α κ.ν. 2190/1920, με επίκληση των τασσομένων στη διάταξη αυτή προϋποθέσεων, ο ενάγων εντοπίζει τις αιτιάσεις του στο γεγονός της ανυπόστατης εκλογής διοικητικού συμβουλίου από τη γενική συνέλευση της 08.01.2014 και στο, κατά την άποψή του, νομικό αποτέλεσμα της αδυναμίας απεύθυνσης υποστατής πρόσκλησης από ένα τέτοιο διοικητικό συμβούλιο για τη σύγκληση γενικής συνέλευσης, με αποτέλεσμα οι απευθυνθείσες στο όνομα της εταιρίας από το ως άνω διοικητικό συμβούλιο προσκλήσεις να μην μπορούν, κατά την άποψη του ενάγοντος, να θεωρηθούν ως προερχόμενες από όργανο της εταιρίας, να μην μπορούν να καταλογιστούν στην εταιρία και εντεύθεν να ισοδυναμούν με παντελώς ανύπαρκτες προσκλήσεις, οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν, κατ’ άρθρο 35β παρ. 1 και 2 κ.ν. 2190/1920, σε άκυρη και όχι απλώς ακυρώσιμη απόφαση, λόγος για τον οποίο, άλλωστε, και ο ίδιος ο ενάγων ποιείται αναφορά σε ενιαύσια προθεσμία προβολής της (βλ. σχετικώς στις σελ 36-40 της αγωγής και ιδίως στη σελ. 39 στο τέλος, αλλά και τη συνεκδικαζόμενη πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και τις προτάσεις της προσθέτως παρεμβαίνουσας, η οποία ομοίως εκλαμβάνει την αγωγή ως αγωγή αναγνωριστική της ακυρότητας των προαναφερθεισών αποφάσεων, δομώντας με ανάλογο τρόπο τη δικονομική και ουσιαστική της άμυνα).

Για τους λόγους αυτούς, συνεπώς, το Δικαστήριο εκτιμά το αγωγικό αίτημα ως αναγνωριστικό της ακυρότητας των προσβαλλομένων αποφάσεων και όχι ως διαπλαστικό-ακυρωτικό, παρά τη χρήση του σχετικού όρου στο αιτητικό, δεδομένης της έλλειψης επίκλησης λόγου ακύρωσης από μέρους του ενάγοντος με ορισμένο τρόπο, ακόμα και αν τα αναφερόμενα από τον ίδιο πραγματικά περιστατικά θα μπορούσαν ενδεχομένως να υπαχθούν στις προβλεπόμενες από τον νόμο περιπτώσεις ακυρωσίας. Το γεγονός αυτό εκδηλώνει τις έννομες συνέπειές του και στο πεδίο της κατά τα ως άνω διαπιστούμενης σύγκρουσης συμφερόντων. Όπως ήδη σημειώθηκε στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση, ο νομοθέτης διέβλεψε την πιθανότητα ύπαρξης σύγκρουσης συμφερόντων στην περίπτωση ακυρώσιμων αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, όταν την ακύρωσή τους επιδιώκει το εκ του νόμου ενεργητικά νομιμοποιούμενο μέλος της διοίκησης της ανώνυμης εταιρίας, στρεφόμενο κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας, την οποία ο ίδιος εκπροσωπεί, είτε από κοινού με τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, στο πλαίσιο της συλλογικής εκπροσώπησης, είτε κατά μόνας ως υποκατάστατο όργανο της εταιρίας, στο οποίο έχει ανατεθεί η δικαστική της εκπροσώπηση.

Για τον λόγο αυτό, στο άρθρο 35α παρ. 3 εδ. γ` κ.ν. 2190/1920, ο νομοθέτης όρισε ρητά ότι, αν την ακύρωση τη ζητεί μέλος του διοικητικού συμβουλίου, το δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, διορίζει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, ειδικό εκπρόσωπο της εταιρίας για τη διεξαγωγή της δίκης. Η εν λόγω διάταξη είναι ασφαλώς ειδική και ως τέτοια δεν προσφέρεται για αναλογική της εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση, όπου πρόκειται για δίκη αναγνώρισης της ακυρότητας προσβαλλόμενων ως άκυρων αποφάσεων της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας. Εντούτοις, λόγω της έκδηλης ομοιότητας μεταξύ των δύο περιπτώσεων, αξίζει η αναφορά στην αποστροφή του νομοθέτη περί τον διορισμό ειδικού εκπροσώπου, μόνο στην περίπτωση που παρίσταται σχετική ανάγκη. Κατά την προκρινόμενη από το Δικαστήριο άποψη, ανάγκη δεν παρίσταται μόνο στην περίπτωση, που «…η δικονομική θέση ενός ή περισσοτέρων μελών του διοικητικού συμβουλίου ως εναγόντων της αγωγής ακύρωσης κατά της εταιρίας αφήνει την τελευταία χωρίς νόμιμη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση που τα εναπομένοντα μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι λιγότερα από τον ελάχιστο αριθμό που προβλέπει ο νόμος ή το καταστατικό», καθώς μια τέτοια θεώρηση καταλήγει να ερμηνεύει με εξαιρετικά στενό τρόπο τη διάταξη, καταλείποντας σε αυτήν ελάχιστα περιθώρια εφαρμογής και δη παρά τη πιθανή διαπίστωση πρόδηλης ύπαρξης σύγκρουσης συμφερόντων και θέσης εν κινδύνω των συμφερόντων της εταιρίας, στην προστασία των οποίων αποσκοπούσε ο νομοθέτης με τη θέσπιση της διάταξης. Τούτο καθίσταται όλως εναργές σε περιπτώσεις, ως η ένδικη, όπου το μέλος του διοικητικού συμβουλίου έχει οριστεί και υποκατάστατο όργανο με αρμοδιότητα τη δικαστική εκπροσώπηση της εταιρίας. Η ανωτέρω θεώρηση θα παραγνώριζε τη σημαίνουσα θέση του ενάγοντος ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου στο διοικητικό συμβούλιο και τη σαφή του επιρροή στα λοιπά μέλη της διοίκησης, την πρόδηλη σύγκρουση συμφερόντων εκπροσωπούντος και εκπροσωπούμενου νομικού προσώπου και το σε κάθε περίπτωση αντικειμενικό γεγονός της εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρίας από το ως άνω υποκατάστατο όργανό της στη συγκεκριμένη περίπτωση, καταλείποντας ανοιχτή την κερκόπορτα των καταστρατηγήσεων, παρά τη σαφή περί του αντιθέτου νομοθετική πρόθεση (πρβλ. και την περίπτωση του άρθρου 22β παρ. 3 κ.ν. 2190/1920, όπου η εταιρία παρίσταται ως ενάγουσα και όχι ως εναγόμενη, για την άσκηση των αξιώσεών της σε βάρος μελών του διοικητικού της συμβουλίου, όπου ο νομοθέτης δεν αποκλείει την πιθανότητα διορισμού ειδικού εκπροσώπου επί άσκησης τέτοιας αξίωσης της εταιρίας σε βάρος και ενός μόνο μέλους ενός πολυπληθούς διοικητικού συμβουλίου, και δη ανεξάρτητα από το αν τα λοιπά μη εναγόμενα και εναπομένοντα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αρκούν για τον σχηματισμό νόμιμης σύνθεσης του συλλογικού οργάνου). Αντιθέτως, ανάγκη διο- ρισμού ειδικού εκπροσώπου στην περίπτωση της ακύρωσης συντρέχει εν γένει σε κάθε περίπτωση, που η εμπλοκή μέλους του διοικητικού συμβουλίου στη δίκη δημιουργεί, εξαιτίας της ισχυρής θέσης του, κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων και στα υπόλοιπα μέλη, ώστε να καθίσταται δυσχερής η αποτελεσματική εκπροσώπηση της εταιρίας. Καθώς, βέβαια, εν προκειμένω πρόκειται περί δίκης αναγνώρισης της ακυρότητας αποφάσεων γενικής συνέλευσης και διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας, η ειδική διάταξη του άρθρου 35α παρ. 3 κ.ν. 2190/1920, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής.

Τα προκύπτοντα από την εφαρμογή της ως άνω διάταξης ερμηνευτικά πορίσματα, ωστόσο, πρέπει να αξιοποιηθούν και σε ανάλογες περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων, ως η ένδικη, όπου εφαρμοστέα τυγχάνει η γενική διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ. Σύγκρουση συμφερόντων κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, υφίσταται σε κάθε περίπτωση, που τα πρόσωπα που ασκούν διοίκηση έχουν δικό τους ατομικό συμφέρον αντίθετο προς αυτό του νομικού προσώπου και, συνεπώς, κωλύονται να το αντιπροσωπεύουν, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει στην πραγματικότητα ενεργή υπέρ των συμφερόντων του νομικού προσώπου διοίκηση και να ανακύπτει ανάγκη προσωρινής αναπλήρωσης κατ’ άρθρο 69 ΑΚ έως τη λήξη του κωλύματος. Τέτοια σύγκρουση συμφερόντων διαπιστώνεται και στην προκειμένη περίπτωση της διεξαγωγής της υπό κρίση δίκης, όπου σημειωτέον δεν πρόκειται ασφαλώς για την ούτως ή άλλως αποκλειόμενη του πεδίου εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 69 ΑΚ περίπτωση της πλημμελούς άσκησης διαχειριστικών εξουσιών. Ειδικότερα, η δικονομική θέση του … ως ενάγοντος είναι δηλωτική ιδίου ατομικού συμφέροντος του ως άνω προσώπου και δη αντίθετου προς αυτό του νομικού προσώπου, του οποίου ο ανωτέρω τυγχάνει όχι μόνο μέλος της διοίκησής του, αλλά και πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός του, με ανατεθειμένη σε αυτόν την εξουσία δικαστικής του εκπροσώπησης. Καθώς, μάλιστα, η σύγκρουση συμφερόντων ανακύπτει ειδικά λόγω της διεξαγωγής της δίκης μεταξύ του νομικού προσώπου και του ως άνω μέλους της διοίκησής του, αντί διορισμού προσωρινής διοίκησης, δύναται να χωρήσει διορισμός ειδικού εκπροσώπου προς διεξαγωγή της εκκρεμούς δίκης, σύμ- φωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, πολλώ δε μάλλον, που δεν είναι ούτως ή άλλως δεσμευτικό για το δικαστήριο να διορίσει προσωρινή διοίκηση αποτελούμενη από τον ίδιο αριθμό μελών, όπως η αιρετή, δυναμένου του τελευταίου να ορίσει και μικρότερο αριθμό μελών, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Είναι, βέβαια, αληθές ότι η εναγομένη, μετά την αμφισβήτηση της νόμιμης εκπροσώπησής της από την προσθέτως παρεμβαίνουσα, προσκόμισε σε μεταγενέστερο της συζήτησης της αγωγής χρόνο το φερόμενο ως από 24.08.2016 απόσπασμα πρακτικού συνεδρίασης του διοικητικού της συμ- βουλίου. Σύμφωνα με το απόσπασμα αυτό, το διοικητικό συμβούλιο συνεδρίασε κατόπιν σχετικής αίτησης δύο εκ των μελών του, στη συνεδρίαση δε αυτή παρέστησαν άπαντα τα λοιπά, πλην του …, τέσσερα μέλη του. Μοναδικό θέμα της συνεδρίασης αυτής φέρεται ότι αποτέλεσε η «λήψη απόφασης για τη στάση της εταιρίας σχετικά με την από 18.11.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 22127/2015 αγωγή του … κατά της εταιρίας» και δη παρά το γεγονός ότι κατά τα λοιπά η δικαστική εκπροσώπηση της εταιρίας έχει ανατεθεί στον … ως υποκατάστατο όργανό της. Στην εν λόγω συνεδρίαση φέρεται ως ληφθείσα ομοφώνως η απόφαση να παραστεί η εταιρία κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, προκειμένου να προβεί σε «αποδοχή αυτής», εξουσιοδοτηθείσας κατά τα λοιπά και της δικηγόρου … προς εκπροσώπηση της εταιρίας στη δίκη. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ωστόσο, αυτή η όψιμη πρωτοβουλία παράλληλης άσκησης της ανατεθειμένης στον … εξουσίας δικαστικής εκπροσώπησης της εταιρίας, υπό τις διαμορφούμενες ως άνω συνθήκες, δεν αρκεί, για να αποτρέψει την υφιστάμενη εν προκειμένω σύγκρουση συμφερόντων. Και τούτο, διότι η δεσπόζουσα επιρροή του ενάγοντος στην εναγομένη εταιρία, η οποία ειρήσθω εν παρόδω αποτελεί κατά τα εκτιθέμενα αμιγώς οικογενειακή επιχείρηση, με ολιγομελή μετοχική βάση, και δη τόσο υπό την ιδιότητά του ως κυρίαρχου μετόχου όσο και (ιδίως) υπό την ιδιότητά του ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής με πλήρη εξουσία νόμιμης εκπροσώπησης της εναγομένης, η οποία και αποτελεί την πηγή της σύγκρουσης συμφερόντων στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι δυνατό να αποσοβηθεί με μόνη την εκ των προτέρων λήψη σχετικής απόφασης από τα λοιπά μέλη του διοι- κητικού συμβουλίου περί την αποδοχή της αγωγής, η οποία σημειωτέον μόνο ως ομολογία των πραγματικών περιστατικών της αγωγής μπορεί να λειτουργήσει (δεδομένου ότι η αποδοχή της αγωγής κατά τα άρθρα 96 παρ. 3, 98 στ. β` και 298 ΚΠολΔ απαιτεί την προσκόμιση συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, που εν προκειμένω δεν προσκομίζεται) και δια της οποίας δεν ανακλήθηκε σε κάθε περίπτωση η χορηγηθείσα στον ενάγοντα δυνατότητα δικαστικής εκπροσώπησης της εται- ρίας, που εξακολουθεί, συνεπώς, να υφίσταται. Η εναγόμενη εταιρία, δηλαδή, και στην παρούσα δίκη εκπροσωπείται από τον ενάγοντα, στον οποίο έχει παράσχει εξουσία δικαστικής εκπροσώπησής της, χωρίς να προκύπτει ότι του την έχει ανακαλέσει, το δε ως άνω πρακτικό της εξαντλεί τα έννομα αποτελέσματά του στην παρασχεθείσα στην παριστάμενη πληρεξούσια δικηγόρο εξουσιοδότηση, χωρίς να μεταβάλει κατά τα λοιπά την εξουσία του υποκαταστάτου της. Περαιτέρω, δεν είναι δυνατό να παραγνωρισθεί το δεδομένο ότι τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος δεν φέρουν μετοχική ιδιότητα, είναι φίλα προσκείμενα στον ενάγοντα, αφού είχαν τοποθετηθεί από τον ίδιο και ως μέλη της προγενέστερης προσωρινής διοίκησης της εταιρίας, και ότι η εμπλοκή του ενάγοντος και εν ταυτώ προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης στη δίκη δημιουργεί, εξαιτίας της ισχυρής θέσης του ενάγοντος στην εταιρία, κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων και στα υπόλοιπα μέλη, ώστε να καθίσταται δυσχερής η αποτελεσματική εκπροσώπηση της εταιρίας σε κάθε περίπτωση. Τούτη η πραγματιστική προσέγγιση δεν αποσκοπεί στη με πατερναλιστικό τρόπο κατάλυση της αυτονομίας του νομικού προσώπου, αλλά στην ανάδειξη του προδήλως υφιστάμενου ζητήματος της κατ’ ουσίαν ταύτισης των λοιπών μελών του διοικητικού συμβουλίου με το πρόσωπο του ενάγοντος, στο πρόσωπο του οποίου πρωτογενώς υφίσταται η προεκτεθείσα σύγκρουση συμφερόντων, καθώς και στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του ουσιαστικού κινδύνου για τα συμφέροντα της εταιρίας ως προσώπου τρίτου και αυτόνομου έναντι των επιμέρους με- τόχων της και των κατ’ ιδίαν συμφερόντων αυτών. Η αναγραφόμενη στο πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου αιτιολόγηση ότι η αποδοχή της αγωγής διευκολύνει την εναγομένη σε σχέση με τις ελεγκτικές υπηρεσίες λόγω της οριστικοποίησης των σχετικών με το μετοχικό κεφάλαιο ζητημάτων της, ελάχιστα κρίνεται πειστική, αντιθέτως δε, εντείνεται η προκαλούμενη ανησυχία εκ του γεγονότος ότι η εν λόγω αιτιολόγηση ουδόλως σχετίζεται με το ίδιο το αντικείμενο της δίκης και τις πιθανότητες ή μη ευδοκίμησης του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος του ενάγο- ντος, ως το περιεχόμενο του συγκεκριμένου ενδίκου βοηθήματος έχει στην υπό κρίση περίπτωση διαμορφωθεί.

Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση διορισμού τέτοιου ειδικού – προσωρινού εκπροσώπου από το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας στην προκειμένη περίπτωση. Στον εκπρόσωπο αυτό πρέπει να ανατεθεί η εξουσία διεξαγωγής της υπό κρίση δίκης μεταξύ του νομικού προσώπου και του μέλους του. Για όλα τα υπόλοιπα θέματα, βέβαια, αρμόδια θα παραμείνει η παράλληλα υφιστάμενη τακτική διοίκηση. Σε διαφορετική περίπτωση θα παραβιαζόταν η γενική αρχή του δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία ουδείς δικαιούται σε μία διαγνωστική δίκη να παρίσταται δικονομικώς ταυτόχρονα με δύο ιδιότητες, ήτοι τόσο στη θέση του ενάγοντος όσο και στη θέση του εναγόμενου, και δη είτε ως διάδικος είτε ως εκπρόσωπος διαδίκου. Δεδομένου, συνεπώς, ότι η διαδικαστική προϋπόθεση της νόμιμης εκπροσώπησης των διαδίκων ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε δε περίπτωση εν προκειμένω προτείνεται σχετικός ισχυρισμός και από την (αυτοτελώς προσθέτως) παρεμβαίνουσα υπέρ της εταιρίας, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 64 παρ. 2, 67 και 73 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να αναβάλει την πρόοδο της δίκης για διάστημα έξι (6) μηνών από της δημοσιεύσεως της παρούσας, προκειμένου, με πρωτοβουλία του επιμελέστερου των διαδίκων, να διορισθεί, στη θέση του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης, προσωρινός – ειδικός εκπρόσωπος της εναγόμενης – υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση εταιρίας, ο οποίος θα την εκπροσωπήσει στην ανοιγείσα δίκη. Το (τυχαίο) γεγονός ότι εν προκειμένω έχει ασκηθεί και πρόσθετη παρέμβαση από μέτοχο της εναγόμενης εταιρίας, η οποία φέρει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και στο πλαίσιο της οποίας η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα προβάλλει αντιφατικούς ισχυρισμούς σε σχέση με την υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, έναντι της οποίας η παρεμβαίνουσα φέρει ιδιότητα αναγκαίας ομοδίκου (βλ. άρθρο 76 ΚΠολΔ – ΕφΑΘ 4881/1991 ΕλλΔνη 1993. 620, πρβλ. και ΕφΑΘ 676/2005 ΕλλΔνη 2005.1513), με αποτέλεσμα οι αντιφατικοί αυτοί ισχυρισμοί να εκτιμώνται ελεύθερα (βλ. άρθρο 77 ΚΠολΔ), δεν αρκεί, για να αποτρέψει τον διορισμό ειδικού εκπροσώπου, προεχόντως μεν καθόσον ο έλεγχος της νόμιμης εκπροσώπησης του διαδίκου προηγείται της εξέτασης της βασιμότητας της αγωγής, δευτερευόντως δε, καθόσον οι κίνδυνοι από τη σύγκρουση συμφερόντων με βάση την προεκτεθείσα διαμόρφωση στη δίκη, απομειούνται μεν, ουδόλως, ωστόσο, εξαλείφονται αναφορικά με το νομικό πρόσωπο της εναγομένης, η οποία πρέπει να εκπροσωπηθεί από πρόσωπο, τα ατομικά συμφέροντα του οποίου δεν αντιτίθενται προς αυτά της εταιρίας. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων, τέλος, δεν διαλαμβάνεται στο διατακτικό της παρούσας, ενόψει του μη οριστικού της χαρακτήρα.

Πηγή: Sakkoulas.gr