Le divorce

Καταρχάς, το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, παίρνει το επώνυμο της μητέρας του. Μετά την αναγνώριση αυτού, όμως, οι γονείς ή ο επίτροπος του τέκνου δικαιούνται να προσθέσουν, με δήλωση στο ληξιαρχείο, το πατρικό επώνυμο στο επώνυμο του τέκνου.

Το τέκνο που έχει γεννηθεί εκτός γάμου και έχει αναγνωρισθεί νόμιμα από τον πατέρα του, έχει, ως προς τη αξίωση διατροφής μέχρι την ενηλικίωσή του, τα ίδια δικαιώματα που έχει κάθε τέκνο γεννημένο εντός γάμου των γονέων του.
Δηλαδή η μητέρα, μετά τη διακοπή της ελεύθερης συμβίωσης με τον πατέρα, μπορεί να αξιώσει, ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, την καταβολή μηνιαίας διατροφής για λογαριασμό του τέκνου της, το ύψος της οποίας θα κριθεί ανάλογα με τις οικονομικές δυνάμεις των δύο πλευρών και τις ανάγκες του τέκνου.
Επιπλέον, κληρονομικά το παιδί έχει τα ίδια δικαιώματα με το τέκνο που έχει γεννηθεί εντός γάμου, καθώς ισχύει η αρχή της εξ αδιαθέτου διαδοχής.
Αναφορικά με την παραχώρηση της οικογενειακής στέγης στη μητέρα και το παιδί (κατ’ άρθρο 1393 Α.Κ.) στην περίπτωση που το ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στον πατέρα, πρέπει να επισημανθούν τα εξής:
Καταρχάς το άρθρο 1393 ΑΚ βρίσκει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση που έχει τελεσθεί γάμος μεταξύ των γονέων. Στην ελεύθερη συμβίωση δεν υπάρχει νόμιμη υποχρέωση για την παραχώρηση της χρήσης της κοινής στέγης, καθώς η συμβίωση των προσώπων του αυτού ή διαφορετικού φύλου δεν είναι ρυθμισμένη νομοθετικά. Η παραχώρηση της χρήσης γίνεται αυτοβούλως από τον κύριο ή φορέα άλλου δικαιώματος. Όσο η συμβίωση δεν αναγνωρίζεται ως έννομη σχέση, σε περίπτωση λύσης της ο/η σύντροφος που δεν είχε δικαίωμα στο ακίνητο, δεν έχει αιτία ανάλογη με την υποχρέωση των 1386, 1389 ΑΚ, με την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει την παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης.
Παρόλα αυτά, επειδή στη συμβίωση χωρίς γάμο μπορεί να δημιουργηθούν ανάλογες με την έγγαμη συμβίωση σχέσεις συννομής ή συγκατοχής και δεδομένου του χαρακτήρα της επιείκειας που διέπει τη ρύθμιση, ειδικά αν η ένωση είχε μεγάλη χρονική διάρκεια, θα πρέπει το δικαστήριο να προβεί σε ανάλογη κρίση. Εκτός από τη ρήτρα της επιείκειας, αυτή η ερμηνεία είναι σύμφωνη και προς τη ρύθμιση σχέσεων που προκύπτουν από ελεύθερη ένωση σε άλλα θέματα, όπως η συγγένεια. Έτσι, ειδικά μετά τον ν. 3089/2002, αν η σχέση λειτούργησε για πολλά χρόνια ως οικογενειακή, με την έννοια της συνοίκησης, ή αν υπάρχουν τέκνα που προήλθαν από αυτή, με φυσική ή ιατρικά υποβοηθούμενη αναπαραγωγή (1456, 1475 ΑΚ), είναι σκόπιμο και επιεικές σε περίπτωση λύσης της να αντιμετωπίζεται το αίτημα ρύθμισης της χρήσης της οικογενειακής στέγης με τα ίδια κριτήρια της έγγαμης συμβίωσης, π.χ. με παραχώρηση στο μη δικαιούχο της στέγης γονέα που έχει και την επιμέλεια των ανηλίκων.
Ενδεικτικά αναφέρουμε την υπ.αρ 179/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία διέταξε την μετοίκηση του καθ’ ου – συντρόφου από την οικογενειακή στέγη, ιδιοκτησίας του, και επιδίκασε διατροφή για το ανήλικο τέκνο που γεννήθηκε εκτός γάμου.
————-
Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε ότι και η μητέρα που συμβιώνει ελεύθερα με τον πατέρα, μετά τον χωρισμό τους, έχει περιουσιακά δικαιώματα. Σε περίπτωση που κατά την διάρκεια της ελεύθερης συμβίωσης (όχι δηλ. με «σύμφωνο») υπήρξε βελτίωση της περιουσίας του ενός εκ των συμβιούντων από την περιουσία του άλλου και ο πλουτισμός αυτός έλαβε χώρα είτε στο πλαίσιο της κοινωνίας βίου και του συνδέσμου εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ των συμβίων, είτε με την προοπτική μελλοντικού γάμου, αλλά στη συνέχεια η ελεύθερη συμβίωση διαλύθηκε, τότε η σύζυγος μπορεί να αξιώσει την επιστροφή του πλουτισμού, διότι εκλείπει η νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακίνησης.