Με γνωμοδότησή του το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους απάντησε σε ερώτημα του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας σχετικά με τη νομιμότητα των προϋποθέσεων ελληνικής καταγωγής και ανώτατου ηλικιακού ορίου των υποψηφίων που τέθηκαν σε προκήρυξη διαγωνισµού για την πλήρωση δέκα (10) κενών θέσεων Δικαστικών Λειτουργών του Δικαστικού Σώµατος των Ενόπλων Δυνάµεων.

Σύμφωνα με το ΝΣΚ (ΣΤ’ Τμήμα), δεν είναι νόμιμη η προϋπόθεση που τέθηκε σε προκήρυξη διαγωνισµού, για την πλήρωση κενών θέσεων Δικαστικών Λειτουργών του Δικαστικού Σώµατος των Ενόπλων Δυνάµεων, στο βαθµό του Παρέδρου, να είναι οι υποψήφιοι ελληνικής καταγωγής (Έλληνες το γένος).

Αντιθέτως, είναι νόμιμος ο όρος της ίδιας προκήρυξης να μην υπερβαίνουν οι υποψήφιοι το ανώτατο ηλικιακό όριο των 35 ετών (ομόφ.)

Όπως αναφέρεται στη γνωμοδότηση, στη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 4443/16, προβλέπεται η δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση λόγω ειδικών επαγγελματικών απαιτήσεων.

Ειδικότερα, ορίζεται ότι δεν συνιστά ανεπίτρεπτη διάκριση η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε χαρακτηριστικό σχετικό με τους λόγους διάκρισης του άρθρου 1 του ιδίου, πιο πάνω, νόμου, το οποίο λόγω της φύσης ή του πλαισίου των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση και εφόσον ο οικείος σκοπός είναι θεμιτός και η προϋπόθεση ανάλογη.

Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με την άποψη της ερωτώσας υπηρεσίας και της μειοψηφίας της απόφασης 3317/2014 του ΣτΕ, έχει την έννοια ότι η νομοθετική πρόβλεψη του άρθρου 14 του Κώδικα Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων, σύμφωνα με την οποία αλλογενής, που έχει αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, δεν διορίζεται δικαστικός λειτουργός, είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη, ενόψει, τόσο της ειδικής αποστολής των ενόπλων δυνάμεων για διαφύλαξη της εθνικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, όσο και της ανάγκης, ενόψει της γεωπολιτικής θέσης της χώρας και του ευαίσθητου χαρακτήρα των ενόπλων δυνάμεων, αυτές να στελεχώνονται από στρατιωτικούς δικαστές, που είναι ‘Ελληνες πολίτες, ελληνικής, και μόνον, καταγωγής.

Όπως, όμως, από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 4443/16 προκύπτει, προκειμένου, αυτή, να τύχει εφαρμογής, θα πρέπει να συντρέξουν οι προϋποθέσεις, που η ίδια η διάταξη θέτει:

Κατά πρώτον, η διαφορετική μεταχείριση να βασίζεται σε χαρακτηριστικά, το οποίο λόγω της φύσης ή του πλαισίου των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση και, κατά δεύτερον, ο οικείος σκοπός να είναι θεμιτός και η προϋπόθεση ανάλογη, δηλαδή, η διαφορετική, αυτή, μεταχείριση να μην υπερβαίνει τα όρια του πρόσφορου και του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη αυτών των Θεμιτών σκοπών και οι προκαλούμενες δυσχέρειες να μην είναι υπέρμετρες σε σχέση
προς τους σκοπούς αυτούς.

Αυτές οι προϋποθέσεις δεν συντρέχουν εάν διαπιστωθεί ότι ο πιο πάνω περιορισμός προσβάλλει υπέρμετρα το προστατευόμενο δικαίωμα, που στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι το γενικό δικαίωμα όλων των Ελλήνων πολιτών να γίνονται δεκτοί στις δημόσιες υπηρεσίες. Η ρυθμιστική εμβέλεια της διάταξης αυτής, όπως προκύπτει, τόσο από τον χαρακτήρα της ως περιοριστικής θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος, όσο και από το σκοπό και τα αποτελέσματα θέσπισής της, θα πρέπει, αναγκαία, να είναι περιορισμένη, σε αντίθεση με το πεδίο εφαρμογής των λοιπών διατάξεων του ν. 4443/16 και των σχετικών οδηγιων της ΕΕ.

Πηγή: lawspot.gr