known

ΟΛΑ ΟΛΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ

Α. ΤΙ ΝΟΕΙΤΑΙ ΩΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ (ΟΡΙΣΜΟΣ – ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ):
Αρχικά, ως ενδοοικογενειακή βία νοείται η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3500/2006, αλλά και 299 και 311 Π.Κ. (ανθρωποκτονία με πρόθεση και θανατηφόρα σωματική βλάβη).
Η έννοια της οικογένειας, δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 1 του νόμου για την ενδοοικογενειακή βία, περιλαμβάνει: α) τους συζύγους ή γονείς και συγγενείς μέχρι δευτέρου βαθμού -είτε εξ αίματος είτε εξ αγχιστείας- και τα υιοθετημένα τέκνα τους, β) τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού – υπό την προϋπόθεση ότι αυτά συνοικούν, γ) πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός παραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος της οικογένειας, δ) κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια, καθώς και ε) τον μόνιμο σύντροφο του άνδρα ή της γυναίκας, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν.
Ενώ, κατά κανόνα, ως θύμα ενδοοικογενειακής βίας ορίζεται το πρόσωπο σε βάρος του οποίου τελείται η πράξη βίας, στην παρ. 3 του άρθρου 1 του νόμου, εισάγεται μία διάκριση και θεσπίζεται ότι θύμα θεωρείται και το μέλος της οικογένειας στην οποία τελέστηκε ανθρωποκτονία με πρόθεση του δράστη ή θανατηφόρα σωματική βλάβη. Ταυτόχρονα, θύμα θεωρείται και κάθε ανήλικος – μέλος της οικογένειας – ο οποίος δεν ήταν δέκτης της επίθεσης, αλλά αυτόπτης μάρτυρας πράξης που θεωρείται πράξη ενδοοικογενειακής βίας.
Η ενδοοικογενειακή βία θεωρείται τεκμήριο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης, δικαιολογώντας την έκδοση διαζυγίου από υπαιτιότητα του δράστη που τέλεσε την πράξη αυτή.
Επίσης, ως αξιόποινη πράξη, δικαιολογεί και την διεκδίκηση χρηματικής αποζημίωσης ενώπιον των αστικών δικαστηρίων, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, αλλά και της ηθικής βλάβης του θύματος.

Β. ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΝΤΑΣΣΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ:
Οι μορφές ενδοοικογενειακής βίας είναι είτε πλημμεληματικές είτε κακουργηματικές, ανάλογα με τη βαρύτητα κάθε μίας, κατά τα άρθρα 6 έως 10 του νόμου προβλέπονται:
1) Ως πλημμελήματα: α) η ενδοοικογενειακή απλή σωματική βλάβη και εντελώς ελαφριά σωματική βλάβη που προξενείται από συνεχή συμπεριφορά (αρ. 6 παρ. 1), β) ενδοοικογενειακή επικίνδυνη σωματική βλάβη (6 § 2 εδάφιο α΄), γ) ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη σε βάρος εγκύου ή σε βάρος μέλους της οικογένειας το οποίο, από οποιαδήποτε αιτία, είναι ανίκανο να αντισταθεί (6 § 3 εδάφιο α΄), δ) ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη τελεσθείσα ενώπιον• ανήλικου μέλους της οικογένειας (6 § 3 εδάφιο β΄), ε) ενδοοικογενειακή παράνομη βία (7 § 1), ζ) ενδοοικογενειακή παράνομη απειλή (7 § 2), η) ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας (9 § 1), θ) ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας σε βάρος ανηλίκου (9 § 2), ι) παρακώλυση απονομής της δικαιοσύνη (10).
2) Κακουργήματα: α) ενδοοικογενειακή βαριά σωματική βλάβη (αρ. 6 § 2 εδάφιο β΄) με επιβαρυντική περίσταση αν ο υπαίτιος επεδίωκε ή γνώριζε και αποδέχθηκε το αποτέλεσμα της πράξης του (αρ. 6 § 2 εδάφιο γ), β) βασανιστήρια (αρ. 6 § 4 εδάφιο α΄) με επιβαρυντική περίσταση όταν το θύμα είναι ανήλικος (αρ. 6 § 4 εδάφιο β΄), γ) βιασμός εντός του γάμου (αρ. 8 § 1), 4) κατάχρηση σε ασέλγεια εντός του γάμου (αρ. 8 § 2) και δ) κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγεια (αρ. 24).
Οι ποινές, λόγω της πολυποικιλότητας του είδους των πράξεων μπορεί να κυμαίνονται από φυλάκιση (1 μήνα μέχρι 5 έτη) για κάποιον που για παράδειγμα προκαλεί απλώς τρόμο η ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειάς του και το απειλεί με βία ή άλλη παράνομη πράξη, έως και κάθειρξη (5-20 έτη) για κάποιον που προκαλεί, σε ανήλικο μέλος της οικογένειας, σωματικές κακώσεις ή βλάβες της υγείας του, μεθοδευμένα ώστε να του προξενεί έντονο σωματικό πόνο ή εξάντληση επικίνδυνη για τη σωματική και ψυχική του υγεία, ιδιαίτερα αν το απομονώνει παρατεταμένα.

Γ. Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ – ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ:
Ένας άμεσα συνυφασμένος θεσμός με την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας είναι αυτός της ποινικής διαμεσολάβησης. Αυτή αφορά μόνο τις πλημμεληματικές εκφάνσεις του αδικήματος, ενώ αρμόδιος για να καταλήξει αν υπάρχει ή όχι δυνατότητα διαμεσολάβησης είναι ο αρμόδιος να κινήσει την ποινική δίωξη εισαγγελέας.
Για να ενεργοποιηθεί η διαμεσολάβηση, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν. 3500/2006, ο υπαίτιος να υποβάλει μία χωρίς επιφύλαξη δήλωση ότι σωρευτικά: α) θα υποσχεθεί ότι δεν θα επαναλάβει οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας και ότι σε περίπτωση που μένει μαζί με το θύμα, δέχεται να αποχωρήσει από την κοινή οικογενειακή οικία για εύλογο χρονικό διάστημα, εάν το προτείνει το θύμα, β) θα παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό θεραπευτικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας σε δημόσιο φορέα, για όσο χρονικό διάστημα κρίνουν απαραίτητο οι ειδικοί και ακολούθως να λάβει πιστοποιητικό ολοκλήρωσης της παρακολούθησης, και γ) θα άρει ή θα αποκαταστήσει, εάν αυτό είναι εφικτό, αμέσως τις συνέπειες που προκάλεσε η πράξη του και να καταβάλει εύλογη χρηματική ικανοποίηση στο θύμα.
Αν το θύμα της ενδοοικογενειακής βίας είναι ανήλικος, αρμόδιος για να αποφανθεί περί της κίνησης ή όχι της ποινικής διαμεσολάβησης δεν είναι μόνο ο εισαγγελέας, αλλά και το πρόσωπο που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου, εφόσον αυτό δεν συμπίπτει με τον φερόμενο ως δράστη του εγκλήματος. Στην περίπτωση αυτή, απαιτείται ομόφωνη γνώμη και των δύο, αλλιώς δεν μπορεί η ποινική διαμεσολάβηση να εφαρμοστεί. Ανήλικοι από 14 ετών και άνω, έχουν το δικαίωμα τόσο να συμμετέχουν στη διαδικασία όσο και να εκφέρουν τη γνώμη τους ως προς αυτήν.
Αυτονόητο είναι ότι για να λάβει χώρα η διαμεσολάβηση και να μην ξεκινήσει η ποινική δίωξη του υπαιτίου, απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη του θύματος. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή το θύμα αρνηθεί τη διαμεσολάβηση, κινείται κανονικά η ποινική διαδικασία – δίωξη του δράστη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο.
Σημαντικό είναι να ειπωθεί, ότι αν εάν ξεκινήσει η διαμεσολάβηση και δεν ολοκληρωθεί για οποιοδήποτε λόγο, τότε λαμβάνει χώρα κανονικά η ποινική διαδικασία εις βάρος του δράστη. Αν ξεκινήσει η ποινική διαμεσολάβηση και ολοκληρωθεί επιτυχώς, τότε το έγκλημα παύει να είναι αξιόποινο, και είναι απαράδεκτη από εκεί και έπειτα η ποινική δίωξη του δράστη για την πράξη του αυτή.
Τέλος, τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας θα πρέπει να γνωρίζουν, ότι εφόσον συναινέσουν στη διαμεσολάβηση και αυτή ολοκληρωθεί με επιτυχία, αυτή θα έχει και την έννοια του συμβιβασμού των χρηματικών αξιώσεών τους. Δεν θα μπορούν, δηλαδή, να διεκδικήσουν πλέον κανένα ποσό από τον δράστη ως ικανοποίηση της βλάβης που τους προξενήθηκε, με άσκηση αγωγής εναντίον του στα αστικά δικαστήρια.
Αντίθετα, καμία επίδραση δεν έχει η διαμεσολάβηση στο δικαίωμά τους να καταθέσουν αγωγή διαζυγίου εναντίον του δράστη.

Δ. ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΣΤΟ ΔΡΑΣΤΗ, ΠΡΟΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΗΡΕΜΙΑΣ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ :
Υπάρχει πάντα η δυνατότητα, να επιβληθούν στο δράστη της πράξης περιοριστικοί όροι, ώστε να διασφαλιστεί η σωματική και ψυχική υγεία του θύματος. Έτσι, μπορεί αυτός να υποχρεωθεί να αλλάξει τόπο κατοικίας, φεύγοντας από την κοινή οικογενειακή στέγη ή να του απαγορευθεί η προσέγγιση του θύματος και των στενών φίλων και συγγενών του στους χώρους κατοικίας ή εργασίας τους.
Η επιβολή των όρων αυτών είναι δυνατή, είτε η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της ποινικής διαδικασίας είτε στο στάδιο της ποινικής διαμεσολάβησης. Κάθε τέτοιος περιορισμός παύει με την έκδοση της οριστικής ποινικής απόφασης ή εάν υπάρξει συμφωνία και έναρξη της ποινικής διαμεσολάβησης.

Ε. ΚΙΝΗΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ :
Η ποινική δίωξη, στις περιπτώσεις τέλεσης εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας, είναι αυτεπάγγελτη, κάτι που σημαίνει ότι η διαδικασία μπορεί να κινηθεί απευθείας από τον εισαγγελέα, εφόσον υποπέσει στην αντίληψή του διάπραξη τέτοιας πράξης, χωρίς να απαιτείται έγκληση από το θύμα, αλλά και ότι εφόσον ξεκινήσει η ποινική δίωξη, είτε με πρωτοβουλία του θύματος είτε αυτεπάγγελτα, κατά κανόνα δεν μπορεί αυτή να παυθεί με δήλωση του θύματος ότι δεν επιθυμεί πλέον την ποινική δίωξη του δράστη, αλλά εναπόκειται στον αρμόδιο Δικαστή η κρίση περί εκδίκασης ή μη της υπόθεσης.
Σημαντικό είναι, τέλος, να σημειωθεί ότι η, ακόμα και προσωρινή, οικονομική αδυναμία ή η οικονομική εξάρτηση του θύματος από τον δράστη ενδοοικογενειακής βίας, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση εμπόδιο στην κίνηση της ποινικής διαδικασίας. Ο νομοθέτης, αντιλαμβανόμενος τα λεπτά ζητήματα που συναρτώνται άμεσα με πράξεις ενδοοικογενειακής βίας, προέβλεψε:
α) ότι για την κατάθεση μήνυσης από τον παθόντα κατά του δράστη, δεν απαιτείται το παράβολο των 100 ευρώ που γενικά είναι απαραίτητο όταν η μήνυση αφορά άλλα εγκλήματα και
β) ότι μπορεί να αναγνωριστεί στο πρόσωπο του θύματος, που ζητά τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, το ευεργέτημα της πενίας, με μόνη προϋπόθεση την απόδειξη της πράξης βίας που υπέστη, ώστε να μην χρειαστεί το θύμα να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα ή την αμοιβή του δικηγόρου του (άρθρο 22).

*Το ανωτέρω άρθρο αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του δικηγορικού μας γραφείου και συντάχθηκε με την επιστημονική συνδρομή των ασκούμενων δικηγόρων, Αγγελικής Κοντογιαννάτου και Μύριαμ Μπιλούνι.

**Για εξειδικευμένες νομικές συμβουλές μπορείτε να μας καλείτε στα τηλ. 2310-225738, ώστε να ορίσουμε ένα προσωπικό ή τηλεφωνικό ραντεβού.