ΜΠρΠατρ 220/2015: Προσωρινή ρύθμιση κατάστασης σε διαρκή σύμβαση. Διακοπή υδροδότησης ακινήτου. Αίτημα μισθωτή για προσωρινή επανυδροδότηση του ακινήτου.

Η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο με προκαθορισμένο περιεχόμενο, αλλά το πλαίσιο για τη λήψη πρόσφορων μέτρων (πρβλ. 692 § 1 ΚΠολΔ), με τα οποία ορισμένη κατάσταση (682 ΚΠολΔ), που έχει διαμορφωθεί ή τείνει να διαμορφωθεί στις έννομες σχέσεις των διαδίκων, αντιμετωπίζεται προσωρινά, ωσότου κριθούν οριστικά οι έννομες σχέσεις τους, ως προς τις οποίες έχει ανακύψει έρις και εφόσον υπάρχει άμεση και πιεστική ανάγκη (επείγουσα περίπτωση) να ενεργοποιηθούν ως τότε ή ανάλογα να αδρανοποιηθούν εν όλω ή εν μέρει, για να αποφευχθεί η δημιουργία αμετάκλητων ή δυσβάστακτων συνεπειών ως προς το πιθανολογούμενο αποτέλεσμα της κύριας δίκης (βλ. Κράνη, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ ΙΙ [2000], υπό άρθρο 731, αριθ. 1, ο ίδιος ό.π. Εισαγ. Παρατ. άρθ. 682-738 αριθ. 16, άρθ. 682 αριθ. 5).

Στη βάση δηλαδή, της ρυθμιστέας κατάστασης πρέπει να υπάρχει ορισμένο δικαίωμα που προσβλήθηκε ή κινδυνεύει να προσβληθεί ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου, γι’ αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης απλές πραγματικές καταστάσεις (βλ. Κράνη, ό.π. άρθρ. 682 αριθ. 8). Υπό την έννοια αυτή η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης καλύπτεται από τα άρθρα 731-736 και έχει ευρύτερο περιεχόμενο από απλή εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος με μέτρα ρυθμιστικού χαρακτήρα (βλ. Κράνη, ό.π. άρθρ. 682 αριθ. 3), αφού μπορεί να αφορά και κάθε άλλου είδους ρύθμιση, με την οποία εξυπηρετούνται οι ανεπίδεκτες αναβολής έννομες σχέσεις των διαδίκων και παράλληλα εμπεδώνεται η δικαιική ειρήνη. Στο πλαίσιο αυτό το άρθρο 731 προβλέπει ως πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο με το οποίο εκδηλώνεται η ρυθμιστική επέμβαση του δικαστηρίου, την επιβολή υποχρέωσης για ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης. Αντίθετα η καταδίκη σε δήλωση βούλησης (ενέργεια νομικής πράξης) δεν είναι επιτρεπτή με ασφαλιστικά μέτρα, αφού προϋποθέτει τελεσίδικη απόφαση στην κύρια διαγνωστική δίκη (ΚΠολΔ 949), ενώ οδηγεί και σε πλήρη ικανοποίηση του αντίστοιχου δικαιώματος (βλ. Κράνη, ό.π. άρθ. 731 αριθ. 3). Αιτών μπορεί να είναι οποιοσδήποτε ισχυρίζεται διατάραξη στις έννομες σχέσεις του με τον αντίδικό του. Σε αντιστοιχία με τη διατάραξη και τα όρια της ουσιαστικής αξίωσης του πρέπει να τελεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 731 πράξη. Στην ουσία η ρύθμιση του άρθρου 731 ΚΠολΔ αποτελεί προσωρινή επιδίκαση της αντίστοιχης αξίωσης προς ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή πράξης. Το είδος της διατάραξης στις έννομες σχέσεις των διαδίκων είναι αδιάφορο και μπορεί να προέρχεται από όλο το φάσμα των ουσιαστικών έννομων σχέσεων τους, σε οποιονδήποτε κλάδο του δικαίου και αν εντάσσονται, αρκεί να υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (βλ. Κράνη, ό.π. άρθ. 683 αριθ. 1).

Αν η ασφαλιστέα αξίωση έχει ως αντικείμενο επαναλαμβα- νόμενες παροχές με μεγάλη χρονική διάρκεια, όταν δηλαδή η ασφαλιστέα αξίωση αφορά την απόλαυση αγαθών διαρκώς, στο πλαίσιο διαρκούς έννομης σχέσης, τότε τίθεται το ερώτημα, αν μπορεί να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία, με τη μορφή της προσωρινής ρύθμι- σης της κατάστασης, η έννομη σχέση, από την οποία απορρέουν οι διαρκείς παροχές. Προκαταβολικά πρέπει να σημειωθεί, ότι στις διαρκείς συμβάσεις το είδος και το μέγεθος της οφειλόμενης παροχής εξαρτάται από τον παράγοντα χρόνο.

Εν προκειμένω η εκπλήρωση της παροχής εκτείνεται σε μακρό (συνεχή ή διακοπτόμενο) χρόνο (βλ. Απ. Γεωργιάδης, Ενοχικό δίκαιο, γενικό μέρος, 1999, § 4 II 8 σ. 57 αριθ. περιθ. 34), γίνεται δηλαδή με συνεχή ενέργεια ή παράλειψη. Στην κατηγορία αυτή θα πρέπει να υπαχθούν και οι παροχές που η εκπλήρωσή τους γίνεται περιοδικώς, περιλαμβάνουν πολλές στιγμιαίες πράξεις, οι οποίες όμως παρουσιάζουν μια ενότητα και συνέχεια κατά την εκτέλεση (λειτουργία) τους και επιπλέον τα μέρη δεν ενδιαφέρονται μόνο για το αποτέλεσμα, αλλά και για την ομαλή εκπλήρωση κατά τις ενδιάμεσες φάσεις (Στέλιος Γ. Σταματόπουλος, «Αρχές (όρια και μέτρο) των ασφαλιστικών μέτρων στην πράξη» Δ 2003. 816 επ.). Σε αυτό λοιπόν το ερώτημα υποδεικνύεται κατ’ αρχήν η καταφατική απάντηση, τουλάχιστον σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι «προσωρινές» παροχές έχουν περιορισμένη έκταση, σε σύγκριση με εκείνες που θα κριθούν στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Η ίδια (καταφατική) απάντηση προτείνεται και για τις περιπτώσεις εκείνες που η προσωρινή επιδίκαση περιορίζεται σε μικρό χρονικό διάστημα σε σύγκριση με τη συνολική διάρκεια της έννομης σχέσης, στο πλαίσιο της οποίας ο δικαιούχος θα απολαύσει τα αγαθά που αναμένει με την ικανοποίηση της απαίτησης του. Ανακύπτει όμως το ερώτημα ποιο θα είναι εκείνο το σταθερό και αναμφισβήτητο κριτήριο που θα διακρίνει την «περιορισμένη έκταση» της προσωρινής παροχής από εκείνη που θα κριθεί στο πλαίσιο της κύριας δίκης ή το «μικρό χρονικό διάστημα» σε σχέση με τη συνολική διάρκεια της έννομης σχέσης. Γι’ αυτήν την κατηγορία λοιπόν ειδικά, οι διατάξεις των άρθρων 728 § 1 και 734 § 2 προβλέπουν εξαιρέσεις από τον κανόνα της ΚΠολΔ 692 § 4. Έτσι τίθεται το ερώτημα: έξω από τον κύκλο των περιπτώσεων που ρυθμίζουν αυτές οι ανωτέρω διατάξεις, νοείται ασφαλιστικό μέτρο όταν αντικείμενο της ασφαλιστέας αξίωσης είναι διαρκείς παροχές;

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τούτης της κατηγορίας είναι οι διαφορές από παροχές κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ κ.λπ.) (προμηθευτικές συμβάσεις) ή οι σχετικές διαφορές που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας και την άκυρη, κατά τους ισχυρισμούς του εργαζομένου, καταγγελία αυτής, ώστε να παρίσταται αναγκαία η προσωρινή επαναπρόσληψη αυτού [του εργαζομένου]- βλ. Στ. Σταματόπουλο, ό.π. σ. 825). Υπο- στηρίζεται λοιπόν, για παράδειγμα, στις προμηθευτικές συμβάσεις, ότι αν αντικείμενο των ασφαλιστικών μέτρων είναι η προσωρινή απαγόρευση να πραγματοποιήσει η ΔΕΗ τη διακοπή της ηλεκτροδότησης στο πλαίσιο υπάρχουσας συμβατικής σχέσης, τότε δεν υφίσταται πρόβλημα από τη ρύθμιση του άρθρου 692 § 4 ΚΠολΔ. Αντίθετα, αν αντικείμενο των ασφαλιστικών μέτρων είναι η προσωρινή καταδίκη της ΔΕΗ να καταρ- τίσει με τον αιτούντα σύμβαση ηλεκτροδότησης, τότε το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει τη ΔΕΗ να ηλεκτροδοτήσει το ακίνητο του αιτούντος, αφού με ένα τέτοιο ασφαλιστικό μέτρο θα ικανοποιείται το ασφαλι- στέο δικαίωμα (Μπέης, ΠολΔ 692 § 5.1.2 σ. 138, βλ. Στ. Σταματόπουλο, ό.π. σ. 826). Έτσι, το επιτρεπτό της λήψης ασφαλιστικών μέτρων, στο πλαίσιο προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης, προκειμένου για διαρκείς συμβάσεις από παροχές κοινής ωφέλειας (προμηθευτικές συμβάσεις) έχει κατ’ επανάληψη απασχολήσει τη θεωρία και τη νομολογία κυρίως με αφετηρία προβληματισμού το κατά πόσον η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης σε ανάλογες περιπτώσεις προσκρούει στη ρύθμιση του άρθρου 692 § 4 ΚΠολΔ. Κατά μία άποψη, στην περίπτωση των προμηθευτικών συμβάσεων, εφόσον το αντικείμενο των ασφαλιστικών μέτρων είναι η προσωρινή απαγόρευση της κοινωφελούς παροχής (π.χ. ηλεκτροδότησης, υδροδότησης κ.ο.κ.), τότε ζητείται παραδεκτά η απαγόρευση διακοπής της στο πλαίσιο προσωρινών μέτρων ρύθμισης της κατάστασης (βλ. σχετ. Παρατηρήσεις Παν. Σ. Γιαννόπουλου, σε ΕΠολΔ 2012. 491 υπό την ΜΠρΑγρ 441/2012 ΕΠολΔ 2012. 485, Μπέη, ΠολΔ, άρθ. 692, σ. 138, Κράνη σε Κεραμέα/Κον- δύλη/Νίκα, ΚΠολΔ II [2000], άρθ. 731/732, αριθ. 5 in ne, Στ. Σταματόπουλος, ό.π. σ. 826, Απαλαγάκη (Τριανταφυλλίδης), ΚΠολΔ, 2010, άρθ. 732 αριθ. 6, Βαθρακο- κοίλης, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. 2012, άρθ. 731-732, αριθ. 232, Μαργαρίτης, ΕρμΚΠολΔ II, άρθ. 731 αριθ. 21-22, ΜΠρΧαλκ 203/1991 Δ 1992. 223 με ενημερωτικό σημείωμα Στ. Σταματόπουλου και παρατηρήσεις Βασ. Κυπραίου και Κων. Μπέη σε Δ 1992. 225, ΜΠρΚοζ 56/2009 ΤΝΠ-Νόμος, ΜΠρΑθ 3745/2005 ΤΝΠ-Νόμος, ΜΠρΑθ 9275/2005 Δ 2006. 395), με επίκληση προεχόντως του διαρκούς χαρακτήρα της σύμβασης (ΜΠρΧαλκ 203/1991 Δ 1992. 223), του επιχειρήματος ότι σε ανάλογες περιπτώσεις δεν εγείρεται ζήτημα εξασφάλισης ή διατήρησης του ασφαλιστέου δικαιώματος, αλλά προσωρινής διατήρησης των συνθηκών εκείνων που υπήρχαν στη διαμορφωμένη κατά το χρόνο που επιχειρήθηκε η μεταβολή ή άλλη αλλοίωση της εριζόμενης έννομης σχέσης και την αποτροπή δημιουργίας ανεπανόρθωτης βλάβης καθ’ όλο το χρονικό διάστημα, εωσότου κριθεί οριστικά το ασφαλιστέο δικαίωμα (ΜΠρΚοζ 56/2009 ΤΝΠ-Νόμος) και τέλος ότι στις περιπτώσεις που ο πάροχος των κοινωφελών υπηρεσιών έχει δεσπόζουσα ή καθολική θέση στην αγορά, η απειλή διακοπής της παροχής των υπηρεσιών του λόγω μη ικανοποίησης των οικονομικών απαιτήσεων του, υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης και συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (ΜΠρΑγριν 441/2012 ό.π., βλ. Παρατηρήσεις Παν. Γιαννόπουλου, σε ΕΠολΔ 2012. 491 επ.).

Η αντίθετη άποψη αποκρούει τη δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης με αντικείμενο την απαγόρευση διακοπής της παροχής των υπηρεσιών στις προμηθευτικές συμβάσεις, με επίκληση του επιχειρήματος ότι στη θετική υποχρέωση του παρόχου για τη θετική παροχή των υπηρεσιών του αντιστοιχεί και μια αρνητική προς παράλειψη: η υποχρέωση προς μη διακοπή της παροχής (ΜΠρΛαμ 473/2013 ΤΝΠ-Νόμος, ΜΠρΖακ 622/2010 ΕφΑΔ 2011. 339, ΜΠρΘεσ 17800/2002 Αρμ 2002. 1601, ΜΠρΧαλκ 695/1993 ΕλλΔνη 1994. 194, ΜΠρΧαλκ 474/1993 ΕλλΔνη 1994. 193). Κατά τη θέση αυτή, η τελευταία υποχρέωση, ως μη αυτοτελής και παρεπόμενη, δεν έχει αυτοτελή υπόσταση, αφού αποτελεί την άλλη πλευρά της υποχρέωσης για θετική παροχή, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται εν προκειμένω ασφαλιστέα απαίτηση και κατ’ επέκταση, ούτε και ασφαλιστικά μέτρα. Προτείνεται ακόμη (ΜΠρΖακ 622/2010 ΕφΑΔ 2011. 339) το επιχείρημα ότι αφενός δεν υπάρχει νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί ο πάροχος, με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων να μην «καταγγείλει» την προμηθευτική σύμβαση (υπό την έννοια της διακοπής της παροχής των υπηρεσιών), που έχει συνάψει με τον αιτούντα, διότι θα πρόκειται για προσωρινή καταδίκη σε μη δήλωση βούλησης, ενόψει του ότι η καταγγελία, ως μονομερής δικαιοπραξία, είναι δήλωση της βούλησης, και ότι περαιτέρω δεν υπάρχει στον νόμο διάταξη που να καθιερώνει αυτού του είδους την παροχή, και αφετέρου ότι η απειλή του οφειλέτη ότι στο μέλλον δεν θα εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ούτε προσβολή των αντίστοιχων αξιώσεων του δανειστή αποτελεί, ούτε το δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας στοιχειοθετεί.

Όπως ορθά αντιπαρατηρείται (Στ. Σταματόπουλος, ό.π., 826 υποσημ. 33), η ανωτέρω ερμηνευτική εκδοχή δεν παρουσιάζεται πειστική στο βαθμό που παραγνωρίζει ότι η υποχρέωση προς παράλειψη δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά την αντίστροφη όψη της υποχρέωσης για θετική παροχή, με περαιτέρω αποτέλεσμα να καταλήγει να εξαρτάται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων από την εκάστοτε θεώρηση της αυτής έννομης σχέσης. Αμφίβολο εξ άλλου πρέπει να θεωρηθεί αφενός το κατά πόσον η διακοπή της παροχής των υπηρεσιών μπορεί να θεωρηθεί ως «καταγγελία» (ορθότερος θα έπρεπε να θεωρηθεί ο χαρακτηρισμός της ως «επίσχεσης» ή άσκησης ένστασης μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, δεδομένου ότι η διακοπή της εκτέλεσης ορισμένης σύμβασης δεν ταυτίζεται εννοιολογικά με την καταγγελία αυτής), ενώ και το επιχείρημα ότι η απαγόρευση παράβασης ορισμένης εξομοιώνεται λειτουργικά με «καταδίκη σε μη δήλωση βούλησης» ελέγχεται ως προς το νομικό του έρεισμα, δεδομένου ότι στην προκείμενη περίπτωση αφενός μεν η καθεαυτή παροχή των υπηρεσιών αποτελεί υλική πράξη, αντίστοιχα δε η διακοπή της παροχής, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος ή η σύμβαση, αποτελεί συμβατική παράβαση, που ενεργοποιεί αντίστοιχα την αξίωση προς εκπλήρωση κατά το άρθρο 287 ΑΚ. Αμφίβολης ορθότητας, τέλος, θα πρέπει να θεωρηθεί και ο προτεινόμενος περιορισμός της εμβέλειας των ασφαλιστικών μέτρων κατά τρόπο που να αποκλείεται των ορίων της προσωρινής δικαστικής προστασίας η επαπειλούμενη συμβατική παράβαση, αφενός μεν επειδή η περίπτωση μπορεί να ενταχθεί αβίαστα στο εννοιολογικό εύρος της επείγουσας περίστασης και αφετέρου επειδή η κατά το άρθρο 287 ΑΚ αξίωση προς εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης προς εκτέλεση υλικής πράξης, όταν αποδεδειγμένα επίκειται παράβαση των υποχρεώσεων του οφειλέτη, είναι αγώγιμη είτε υπό τη μορφή της αναγνωριστικής αγωγής, είτε της αγωγικής για καταδίκη σε πράξη (945, 946 ΚΠολΔ) ή παράλειψη ή ανοχή (947 ΚΠολΔ) και κατ’ αποτέλεσμα δεκτική προστασίας στο πεδίο των ασφαλιστικών μέτρων (βλ. Παρατηρήσεις Παν. Γιαννόπουλου, σε ΕΠολΔ 2012. 491 επ.).

Με την κρινόμενη αίτησή της η αιτούσα επικαλούμενη ότι κατεπείγον και άμεσο κίνδυνο κλεισίματος της επιχείρησή της, ζητά να ρυθμιστεί προσωρινά η κατάσταση και ειδικότερα, για τους εκτιθέμενους σε αυτήν [αίτηση] λόγους, να υποχρεωθεί η καθ’ ης: α] να επανασυνδέσει την παροχή ύδρευσης στο μίσθιο πυρηνε- λαιουργείο της στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών, ιδιοκτησίας της εταιρείας …., τοποθετώντας εκ νέου το αφαιρεθέν υδρόμετρο και β] να εκδίδει εφεξής τα τιμολόγια παροχής των κοινόχρηστων δαπανών επ’ ονόματί αυτής [αιτούσας εταιρείας].

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση, η οποία αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκασή της (κατ’ άρθρο 683 § 1 ΚΠολΔ, Ι. Κατράς, «Σύστημα Ασφαλιστικών Μέτρων-Αναγκαστικής Εκτέλεσης-Διαταγών Πληρωμής και Απόδοσης», έκδ. 2009, § 86, Β1, σ. 420 και § 10, Α1, σ. 108, Τζίφρας, «Ασφαλιστικά Μέτρα», 4η εκδ. [1985], II, σ. 294- με την επι- σήμανση ότι το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς δεν ανάγεται στην ερμηνεία και την εφαρμογή του ανωτέρω Κανονισμού Λειτουργίας της ΒΙ.ΠΕ. Πατρών, ώστε να μην τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 54 αυτού [ήτοι της υπ’ αριθ. Φ/Α.5/22/14887/937 (ΦΕΚ Β 3536/31.12.2012) ΥΑ «Έγκριση του Κανονισμού Λειτουργίας της Βιομηχανικής Περιοχής Πατρών σύμφωνα με το άρθρο 63 § 4 του ν. 3982/2011 (ΦΕΚ 143/Α)» που ορίζει ότι «για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του παρόντος Κανονισμού, ορίζονται αποκλειστικώς αρμό- δια τα Δικαστήρια των Αθηνών» (πρβλ. ΑΠ 1146/2008 ΤΝΠ-Νόμος), καθόσον το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα και δη η αξίωση για συνεχή παροχή νερού που σχετίζεται με την εφαρμογή του ανωτέρω Κανονισμού Λειτουργίας της ΒΙ.ΠΕ. Πατρών δεν είναι αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά απλό προδικαστικό ζήτημα, που εξετάζεται παρεμπιπτόντως για να θεμελιωθεί στη συνέχεια με τις προϋποθέσεις του άρθρου 682 ΚΠολΔ, το συνταγματικά κατοχυρωμένο δημόσιο δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας κατ’ άρθρ. 20 § 1 Συντάγματος (βλ. ΑΠ 75/2014 ΧρΙΔ 2014. 448). Περαιτέρω η ένδικη αίτηση που είναι επαρκώς ορισμένη, παρά του περί αντιθέτου ισχυρισμού της καθ’ ης, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη ως προς το δεύτερο αίτημά της, διότι προσκρούει στον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 692 § 4 ΚΠολΔ, δεκτού γενομένου του σχετικώς προβαλλόμενου ισχυρισμού της καθ’ ης, ενώ κατά το πρώτο αίτημά της, είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 200, 281 και 288 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 682 § 1 εδ. α ́, 731 και 732 ΚΠολΔ. Ειδικότερα όπως προκύπτει από τις συν- δυασμένες διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων, το Δικαστήριο μπορεί, ώσπου να εκδώσει στο πλαίσιο της κύριας δίκης την τελεσίδικη ή οριστική (διαπλαστική ή μη) δικαστική απόφασή του, να διατάξει την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, επιλέγοντας το κατά την κρίση του προσφορότερο ασφαλιστικό μέτρο σύμφωνα με τα άρθρα 731 και (ιδίως) 732 ΚΠολΔ (βλ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία τ. 16 (1990), υπό το άρθρο 732, § 3.12 σ. 809).

Συγκεκριμένα η σύμβαση υδροδότησης είναι διαρκής, αφού ως διαρκείς χαρακτηρίζονται οι συμβάσεις, στις οποίες, κατά τη βούληση των μερών, η διάρκεια αποτελεί περιεχόμενο της παροχής και σε αυτές [διαρκείς συμβάσεις] εντάσσονται και οι λεγόμενες προμηθευτικές συμβάσεις, όπου υπάρχει υποχρέωση του προμη- θευτή να παράγει και προμηθεύει συνεχώς το συμφωνημένο αντικείμενο (βλ. Κουκιάδη, «Τινά περί των διαρ- κών ενοχικών συμβάσεων», Αρμ ΚΗ ́, § Α, σ. 749 επ. και ιδίως 751, Σταθόπουλο στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 361-373, αρ. περιθ. 20-21, Παπακώστα-Κατσιάνη, «Ανατροπή των διαρκών συμβατικών σχέσεων» ΝοΒ 29, § Ι σ. 790/1, βλ. γενικά για τις διαρκείς συμβάσεις Σούρλα, ΕρμΑΚ εισαγ. άρθ. 361-373 αρ. περιθ. 54, Αστ. Γεωργιάδη, «Ενοχικό δίκαιο-Γενικό Μέρος», § 3 (2β), σ. 63/4, Ζέπο, ΕνοχΔ Ι, σ. 334, Μαντζούφα, ΕνοχΔ 3η έκδ. σ. 27). Στην προκείμενη δε περίπτωση το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα (το οποίο σημειωτέον δεν είναι αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά απλό προδικαστικό ζήτημα, που εξετάζεται παρεμπιπτόντως για να θεμελιωθεί στη συνέχεια με τις προϋποθέσεις του άρθρου 682 ΚΠολΔ, το συνταγματικά κατοχυρωμένο δημόσιο δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας κατ’ άρθ. 20 § 1 Συντάγματος – βλ. ΑΠ 75/2014 ΧρΙΔ 2014. 448) και δη η αξίωση για συνεχή παροχή νερού απορρέει από διαρκή [προμηθευτική] σύμβαση και γι’ αυτό το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει σύμφωνα με τα άρθρα 731 και 732 ΚΠολΔ την προσωρινή ρύθμιση της απορρέουσας από τη διαρκή σύμβαση υδροδότησης κατάσταση προκειμένου να εξακολουθήσει προσωρινά να βρίσκεται σε λειτουργία η διαρκής έννομη σχέση, με λήψη ασφαλιστικού μέτρου και δη την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης (ΚΠολΔ 731, 732) ώσπου να εκδοθεί στο πλαίσιο της κύριας δίκης η τελεσίδικη ή οριστική (διαπλαστική ή μη) δικαστική απόφαση (βλ. Κράνη, ό.π. υπό τα άρθρα 731-732 αριθ. 5 in ne αναφορικά με τις διαφορές από διαρκείς παροχές κοινής ωφέλειας).

Επιπλέον, δεν προσκρούει στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 692 § 4 ΚΠολΔ, διότι η λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου δεν οδηγεί στην ολοκληρωτική ικανοποίηση της προαναφερόμενης εκ του ουσιαστικού δικαίου ασφαλιστέας και προσωρινώς ρυθμιστέας αξίωσης, καθόσον τούτη έχει ως αντικείμενο παροχή διαρκή και όχι εφάπαξ εκπληρωτέα, αλλά απλώς διατηρεί προσωρινά σε λειτουργία τη διαρκή [προμηθευτική] σύμβαση και συνεπώς δεν εγείρεται ζήτημα εξασφάλισης ή διατήρησης του ασφαλιστέου δικαιώματος, αλλά προσωρινής διατήρησης των συνθηκών εκείνων που υπήρχαν στη διαμορφωμένη κατά τον χρόνο που επιχειρήθηκε η μεταβολή ή άλλη αλλοίωση της εριζόμενης έννομης σχέσης και την αποτροπή δημιουργίας ανεπανόρθωτης βλάβης καθ’ όλο το χρονικό διάστημα, εωσότου κριθεί οριστικά το ασφαλιστέο δικαίωμα (βλ. Παρατηρήσεις Π. Γιαννό- πουλου, ό.π. σ. 491). Δηλαδή λόγω της διάρκειας (εδώ:της περιοδικότητας) των παροχών της υποχρέωσης του οφειλέτη, η προαναφερόμενη εκ του ουσιαστικού δικαίου ασφαλιστέα και προσωρινώς ρυθμιστέα αξίωση έχει τόση διάρκεια, όση και η έννομη σχέση, από την οποία απορρέει (ad hoc ΜΠρΧαλκ 203/1991 Δ 1992. 223, Μπέης, ΠολΔ 692, § 4.2.4 σ. 122/4 και § 5.1.2 σ. 137/8 και άρθρο 731 § 3.44 σ. 772, ΜΠρΑθ 15611/1989 Δ 21. 874, ΜΠρΑθ 18001/1982 ΕΕργΔ 42. 185, ΜΠρΠειρ 2491/1982 ΝοΒ 31. 557).

Έτσι, η λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου δεν δημιουργεί αμετάκλητες ή δυσχερώς αναστρέψιμες καταστάσεις, που ματαιώνουν τον πρακτικό σκοπό της κύριας δίκης (βλ. Κράνη ό.π., υπό το άρθρο 692 αριθ. 3 και υπό τα άρθρα 731-732 αριθ. 5 in ne αναφορικά με τις διαφορές από διαρκείς παροχές κοινής ωφέλειας για την τελευταία αυτή περίπτωση βλ. και Μπέη, ό.π., υπό το άρθρο 731 παρ. 4.4.1 σ. 781 – για το ότι η ικανοποίηση του ασφαλιστέου δικαιώμα- τος από μόνο της δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων αλλά πρέπει αυτή [ικανοποίηση] να συνδυάζεται με την πιθανολόγηση του ασφαλιστέου δικαιώματος και ως εκ τούτου με τη μη δημιουργία αμετάκλητης κατάστασης αντίθετης με εκείνη που πρόκειται να δημιουργηθεί με τη διαγνωστική δίκη: βλ. Στ. Σταματόπουλο, ό.π., σ. 827).

Η καθ’ ης με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά την προφορική συζήτηση της ένδικης αίτησης, που περιλήφθηκε και στο έγγραφο σημείωμά της, αρνείται αιτιολογημένα τα θεμελιωτικά της υπό κρίση αίτησης πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα αρνείται: α] την ενεργητική νομιμοποίηση της αιτούσας, διατεινόμενη ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό Λειτουργίας της ΒΙ.ΠΕ. Πατρών, η αιτούσα δεν είναι νομίμως εγκατεστημένη στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών (ούτε και επικαλείται τις προϋποθέσεις νόμιμης εγκατάστασης της σε αυτήν) και για το λόγο αυτό δεν δικαιούται να αξιώσει την υδροδότηση της από αυτήν [καθ’ ης] (για το ότι ο ισχυρισμός αυτός ενόψει της φύσης της νομιμοποίησης, ως διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης, συνιστά όχι ένσταση έλλειψης [ενεργητικής] νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής/αίτησης: βλ. ΑΠ 980/2014, ΑΠ 716/2014, ΑΠ 137/2008 ΤΝΠ- Νόμος), β] την ύπαρξη ασφαλιστέου δικαιώματος της αιτούσας για εξακολούθηση της υδροδότησης του εν λόγω γηπέδου από αυτήν [καθ’ ης], επικαλούμενη νόμιμο δικαίωμα της να διακόψει την υδροδότηση του γηπέδου της αιτούσας, λόγω υπέρογκων ληξιπρόθεσμων οφειλών της ιδιοκτήτριας του γηπέδου …, έναντι αυτής [καθ’ ης], γ] την ύπαρξη κινδύνου, επικουρικά δε επικαλείται αφενός μεν υπαιτιότητα της αιτούσας για τον κίνδυνο που τυχόν υφίσταται σε περίπτωση μη υδροδότησής της, αφετέρου υπέρτερο δικό της κίνδυνο σε περίπτωση που υποχρεωθεί να παράσχει υδροδότηση στην αιτούσα (για τη διάκριση των ασφαλιστικών μέτρων σε δύο κατηγορίες: τα συντηρητικά που αντιδιαστέλλονται από τα λεγόμενα ρυθμιστικά ασφαλιστικά μέτρα, τα τελευταία αποσκοπούν στην προσωρινή ενεργοποίηση ή αδρανοποίηση της εριζόμενης έννομης σχέσης [προσωρινή ρύθμιση έννομων σχέσεων (άρθρα 731-736 ΚΠολΔ) αλλά και προσωρινή επιδίκαση ορισμένων χρηματικών απαιτήσεων (άρθρα 728-730 ΚΠολΔ)] και συνδέονται κατά βάση, όχι με τον επικείμενο κίνδυνο αλλά, με την επείγουσα περίπτωση του άρθρου 682 § 1 εδ, α ́ ΚΠολΔ: βλ. Κράνη, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ ΙΙ [2000], Εισαγωγικές Παρατηρήσεις στα άρθρα 682-738 αριθ. 16, Μπέης, ό.π. Εισαγωγή στην προσωρινή δικαστική προστασία αρ. 4.1 και 4.2, σ. 9 έως και 10, ώστε η άρνηση της επείγουσας περίπτωσης να μην αποτελεί ένσταση, αλλά άρνηση διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης: βλ. Τζίφρα, ό.π., σ. 24, Ι. Κατρά, ό.π., § 17, Β5, σ. 121). Επικουρικά δε η καθ’ ης προβάλλει ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αιτούσας λόγω: α) προφανούς κατάχρησης της «αυτοτελούς» νομικής προσωπικότητας της ιδίας, έναντι της ιδιοκτήτριας του γηπέδου .., με την οποία αποτελούν στην πραγματικότητα ταυτόσημες εταιρίες και β) εν γένει παραβατικής συμπεριφοράς της αιτούσας έναντι αυτής [καθ’ ης] και της μη βούλησης της πρώτης [αιτούσας] να συμμορφωθεί έστω και στοιχειωδώς με τα ισχύοντα εντός της ΒΙ.ΠΕ. Πατρών, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως η νόμιμη διότι τα επικαλούμενα από την καθ’ ης πραγματικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001 ΧρΙΔ 2001. 217, ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 36. 1531, ΑΠ 213/2008, ΑΠ 1566/2000 ΕλλΔνη 43. 450)…

Περαιτέρω πιθανολογείται ότι από το έτος 1995 έως το 2005 η …. εγκατέστησε και λειτουργούσε κανονικά την επιχείρηση πυρηνελαιουργείας στο ως άνω περιγραφόμενο γήπεδο, απολάμβανε τα προνόμια της εγκατάστασης της καθ’ ης στη ΒΙ.ΠΕ Πατρών και τις υπηρεσίες/υποδομές που της παρείχε η τελευταία [καθ’ ης] και κατέβαλε κανονικά τα κοινόχρηστα που η καθ’ ης τα εξέδιδε επ” ονόματι της. Το 2005 η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία …. λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων δεν μπόρεσε να συνεχίσει τη λειτουργία του πυρηνελαιουργείου εξαι- τίας έλλειψης ρευστότητας. Τότε ιδρύθηκε η αιτούσα εταιρεία «… ΕΠΕ», με συναφές αντικείμενο εργασιών, η οποία από το έτος 2005 μίσθωσε ολόκληρη τη μονάδα του πυρηνελαιουργείου στη ΒΙ.ΠΕ Πατρών από την «…»…

Από τα ανωτέρω πιθανολογείται ότι η αιτούσα δεν είναι νομίμως εγκατεστημένη στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών και συνεπώς, δεν έχει δικαίωμα υδροδότησης έναντι της καθ’ ης, διότι ο ισχύον Κανονισμός Λειτουργίας της ΒΙ.ΠΕ. Πατρών στο άρθρο 4 ορίζει ότι …. . Συνεπώς ο ισχύον Κανονισμός Λειτουργίας (άρθρο 4 §§ 4,5, 7, 8 και 12) της ΒΙ.ΠΕ. Πατρών επιβάλλει: 1) την υποβολή αιτήματος από τον ενδιαφερόμενο, ιδιοκτήτη ή μισθωτή και 2) την αποδοχή του Φορέα Οργάνωσης και Εκμετάλλευσης και δη την καθ’ ης, προκειμένου μία μισθώτρια επιχείρηση να εγκατασταθεί νόμιμα στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών. Θέτει επίσης ως προϋπόθεση για την εξέταση οποιουδήποτε αιτήματος την προηγούμενη εξόφληση όλων των οφειλών από κοινόχρηστες δαπάνες, ήτοι προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, αφού σαφώς πιθανολογείται ότι ουδέποτε υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα στην καθ’ ης είτε από κοινού με την ιδιοκτήτρια του γηπέδου … είτε από μία από τις συμβαλλόμενες επιχειρήσεις και δη από την αιτούσα … και ουδέποτε ελήφθη από την τελευταία προηγούμενη αποδοχή της από την καθ’ ης για την από 3.12.2013 μίσθωση του γηπέδου ιδιοκτησίας της … προς την αιτούσα …., ουδέποτε υποβλήθηκαν στην καθ’ ης, από τις ανωτέρω συμβαλλόμενες εταιρείες τα πληροφοριακά στοιχεία που αναφέρονται στην § 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού Λειτουργίας της ΒΙ.ΠΕ. Πατρών καίτοι επανειλημμένως ζητήθηκαν από την καθ’ ης, ούτε προσκομίσθηκε από την αιτούσα στην καθ’ ης εντός ενός (1) μήνα από τη σύναψη της από 3.12.2013 σύμβασης μίσθωσης αντίγραφο αυτής στον ΦΟΕ δηλ. στην καθ’ ης, ώστε να καταστεί εφικτό να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη στις διατάξεις του άρθρου 4 του Κανονισμού Λειτουργίας διαδικασία.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι η καθ’ ης έχει υποχρέωση να υδροδοτεί μόνο τις νόμιμα εγκατεστημένες στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών επιχειρήσεις και η αιτούσα δεν είναι για τους λόγους που εκτέθηκαν νόμιμα εγκατεστημένη στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών επιχείρηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.