known

Νομολογία 

ΣτΕ 2775/2016 Α ́ Τμ.

Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τα άρθ. 929 και 932 ΑΚ, είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της διάταξης του άρθ. 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις διατάξεις των άρθ. 929 και 932 ΑΚ. Η χρηματική παροχή του άρθ. 931 ΑΚ δεν αποτελεί αποζημίωση, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμόρφωσης και καθορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους αναφερόμενους στον νόμο παράγοντες.

Πτώση κτίσματος. Με τη διάταξη του άρθ. 925 ΑΚ καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του κυρίου ή νομέα κτίσματος ή άλλου έργου, για τη ζημία που προκάλεσε σε τρίτον η πτώση του. Αυτός απαλλάσσεται μόνο αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η πτώση δεν οφειλόταν σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση. Προϋποθέσεις εφαρμογής άρθ. 925 ΑΚ.

1. Με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 1575/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, αφού συνεκδικάστηκαν αντίθετες εφέσεις των ήδη διαδίκων καθώς και της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, απορρίφθηκαν οι εφέσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου, μεταρρυθμίστηκε η 5553/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και αναγνωρίστηκε ότι το Δημόσιο και η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή οφείλουν να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρον και νομιμοτόκως, συνεπεία τραυματισμού του, α) το ποσό των 5.500 ευρώ, ως αποζημίωση, β) το ποσό των 10.000 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση (άρθρο 931 του ΑΚ) και γ) το ποσό των 200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου και της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής να του καταβάλουν, εις ολόκληρον και νομιμοτόκως, τα ποσά των 5.500, 10.000 και 40.000 ευρώ αντιστοίχως για τις ως άνω αιτίες.

4. Εξάλλου, στο άρθρο 929 εδ. α ́ του ΑΚ ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδέψει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 931 του ίδιου Κώδικα: «Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του».

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ, είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ. Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξιώσεως απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 του ΑΚ, τα οποία συνθέτουν την έννοια της επιδράσεως της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τα άρθρα 929 και 932 του ΑΚ, περιστατικά από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, την ηλικία του παθόντος καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΣτΕ 877/2013 7μ.).

Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του ΑΚ δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα για την αξίωση του άρθρου 929 του ΑΚ –όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται πρώτα το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας αυτού που έπαθε βλάβη του σώματος ή της υγείας και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του– αφού η χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ δεν αποτελεί αποζημίωση, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και καθορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους αναφερόμενους πιο πάνω προσδιοριστικούς παράγοντες (ΣτΕ 2937/2009, 1437/2011).

5. Στο μεν άρθρο 953 του ΑΚ ορίζεται ότι: «Συστατικό μέρος πράγματος, που δεν μπορεί να αποχωριστεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κύριου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού τους δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος», στο δε άρθρο 1057 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «Αν κινητό ενωθεί με ακίνητο έτσι, ώστε να γίνει συστατικό του, η κυριότητα του ακινήτου εκτείνεται και στο κινητό».

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 του ΑΚ, ο κύριος ή νομέας κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε σε τρίτον, εξαιτίας ολικής ή μερικής πτώσεώς του, εκτός αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή σε πλημμελή συντήρησή του. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του κυρίου ή νομέα κτίσματος ή άλλου έργου, για την ζημία που προκάλεσε σε τρίτον η πτώση του. Αυτός απαλλάσσεται μόνο αν επικαλεσθεί κατ” ένσταση και κατ” ουσίαν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφειλόταν σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διατάξεως είναι: α) Ο υπεύθυνος προς αποζημίωση πρέπει να είναι κύριος ή νομέας του κτίσματος ή του συνεχόμενου μετά του εδάφους άλλου έργου κατά την πτώση αυτών. Υπεύθυνος επομένως, προς αποζημίωση είναι: i) ο κύριος του κτίσματος, εφόσον ευρίσκεται στη νομή αυτού ο ίδιος ή δι” αντιπροσώπου και ii) ο νομέας αυτού. β) Να πρόκειται περί κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου μετά του εδάφους. Ως κτίσμα νοείται κάθε ανθρώπινο δομικό δημιούργημα, που συνδέεται σταθερά με το έδαφος, πάνω ή κάτω από την επιφάνειά του. Στην έννοια δε του «άλλου έργου» περιλαμβάνεται κάθε τεχνητό αντικείμενο που συνδέεται με το έδαφος και εγκυμονεί κίνδυνο από πιθανή κατάρρευσή του και που, λόγω του τρόπου κατασκευής και της ιδιομορφίας του, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «κτίσμα» (κολώνες καλωδίων, κεραίες, καπνοσυλλέκτες, διαφημιστικές πινακίδες κ.λπ.). γ) Η ζημία του τρίτου πρέπει να επήλθε εξαιτίας της πτώσεως του κτίσματος ή του άλλου έργου, ολικής ή μερικής. Ως πτώση νοείται η λύση των τεχνικών συνδέσμων των διαφόρων υλικών του και η ολική ή μερική κατάρρευση του σύμφωνα με το νόμο της βαρύτητας ή και η ολική ή μερική υποχώρηση κάτω από μία συνηθισμένη δύναμη, λ.χ. υποχώρηση κάτω από το βάρος ανθρώπινου σώματος (ΑΠ 839/2000, 755/2009).

6. Εξάλλου, με το ν. 3148/1955 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων Νομοθεσίας» (Α 50) ανασυγκροτήθηκε, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων (ΕΟΑ), με το άρθρο δε 2 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι στους σκοπούς της ΕΟΑ περιλαμβάνονται και στη δικαιοδοσία αυτής ανήκουν, μεταξύ άλλων, η διεύθυνση, διαχείριση και συντήρηση του Παναθηναϊκού Σταδίου, των εγκαταστάσεων και παραρτημάτων αυτού και όλων των περιβαλλόντων αυτό δημόσιων χώρων. Εξάλλου, με το άρθρο 37 του ν. 2725/1999 (Α ́ 121) η Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων μετονομάστηκε σε Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή (ΕΟΕ), με το άρθρο δε 3 (περ. θ ́) του π.δ. 130/2000 «Καταστατικό της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής» (Α 113) ορίστηκε (εκ νέου) ότι μεταξύ των σκοπών της ΕΟΕ περιλαμβάνεται η διοίκηση και διαχείριση του Παναθηναϊκού Σταδίου με τις κάθε είδους εγκαταστάσεις και παραρτήματά του και όλους τους περιβάλλοντες αυτό δημόσιους χώρους.

7. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Με το από 1.8.2003 πρωτόκολλο διοικητικής παραλαβής, τμήμα του Παναθηναϊκού Σταδίου, όπως αποτυπώνεται αναλυτικά στο σχετικό συνημμένο σχέδιο αυτού, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του εν λόγω πρωτοκόλλου, παραδόθηκε προς χρήση από όργανα του Ελληνικού Δημοσίου και της κοινοπραξίας «Ε.Ψ. ΑΤΕ – ΑΛ. ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ», η οποία ήταν ανάδοχος του έργου «Στερέωση, αποκατάσταση και ανάδειξη του Παναθηναϊκού Σταδίου» δυνάμει της από 26.3.2003 σχετικής συμβάσεως, σε εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο «Αθήνα 2004», για τη διενέργεια αθλητικών εκδηλώσεων. Η διοικητική παραλαβή ορίστηκε από 1.8.2003 έως 24.8.2003 και περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, τον χώρο προσβάσεως δια της πλατείας στο Στάδιο και τον αγωνι- στικό χώρο του Σταδίου, ορίστηκε δε, με το εν λόγω πρωτόκολλο, ότι οι παραδοθέντες χώροι αποτελούν τμήμα της υπό εξέλιξη εργολαβίας και ότι η εν λόγω ανώνυμη εταιρεία «… έχει πλήρη ευθύνη για την καλή χρήση και τη διαφύλαξη των χώρων, καθώς και την ασφάλεια των εργαζομένων, αθλητών και εισερχομένων στους χώρους» του Σταδίου. Εξάλλου, στις 14.8.2003, διεξήχθησαν στο ως άνω Στάδιο οι δοκιμαστικοί αγώνες (tests events) του αθλήματος της τοξοβολίας, τους οποίους παρακολούθησε ο αναιρεσίβλητος ως θεατής. Μετά το πέρας των αγωνισμάτων και πριν την απονομή των μεταλλίων στους νικητές, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1979 και ανήκει στον αθλητικό σύλλογο «Τρίτων» Θεσσαλονίκης, μαζί με δύο φιλικά του πρόσωπα, τον Γ.Φ. και τη Γ.Τρ., εγκατέλειψαν τις κερκίδες όπου βρίσκονταν οι θεατές και κατήλθαν στον αγωνιστικό χώρο του Σταδίου, προκειμένου να δοκιμάσουν τον τάπητα (ταρτάν) του αγωνιστικού χώρου με γυμναστικές ασκήσεις. Στη συνέχεια, αφού εκτέλεσαν τις εν λόγω ασκήσεις, μετέβησαν στην αριστερή γωνία του αγωνιστικού χώρου του Σταδίου προς τη Λεωφόρο Βασιλέως Κων/ νου, όπου από την εσωτερική πλευρά της μαρμάρινης περιφράξεως του αγωνιστικού χώρου βρίσκονταν έξι μαρμάρινες πλάκες, εκάστη ύψους 1,85 μ., πλάτους 1 μ., πάχους 0,17 μ. και βάρους 850 κιλών. Οι πλάκες αυτές, πάνω στις οποίες αναγράφονταν τα ονόματα των Ολυμπιονικών, ήταν κάθετα τοποθετημένες στο έδαφος και η πίσω πλευρά τους βρισκόταν σε επαφή με τον μαρμάρινο περιμετρικό τοίχο. Ακολούθως, η πρώτη στη σειρά πλάκα από την είσοδο του Σταδίου, αποκολλήθηκε από τη θέση της, έπεσε επάνω στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, όπως ανέφερε στην αγωγή του, αντιλαμβανόμενος την πτώση της προσπάθησε να τη συγκρατήσει και, τελικώς, η πλάκα έσπασε λίγο πάνω από τη μέση εξαιτίας της προσκρούσεώς της με το έδαφος.

Από την πτώση της μαρμάρινης πλάκας προκλήθηκε στον αναιρεσίβλητο σοβαρός τραυματισμός, κλήθηκε το ΕΚΑΒ και ο αναιρεσίβλητος διακομίστηκε στο Νοσοκομείο «Ο Ευαγγελισμός», όπου διαπιστώθηκε: α) κάκωση της έσω επιφανείας της αριστερής κνήμης, που εκτεινόταν από την έσω επιφάνεια κάτωθεν του γόνατος έως τη μέση της κνήμης, βαθύ τραύμα, που περιελάμβανε το δέρμα, το υποδόριο, καθώς και την έσω γαστέρα του γαστροκνημίου, β) κάταγμα (ανοικτό) μεγάλου δακτύλου του δεξιού ποδιού, στην ονυχοφόρο φάλαγγα από σύνθλιψη, με θλαστικό τραύμα όλης της άνω επιφανείας του, γ) συνθλιπτικό κάταγμα της δεύτερης φάλαγγας του δευτέρου δακτύλου του δεξιού ποδιού, καθώς και ανοικτό τραύμα που αφορούσε την άνω και την κάτω επιφάνεια αυτού, δ) κάταγμα της πρώτης φάλαγγας του τρίτου δακτύλου, καθώς και θλαστικό τραύμα της κάτω επιφάνειας αυτού, ε) θλαστικό τραύμα της κάτω επιφάνειας του τέταρτου δακτύλου και στ) εκχύμωση της πρόσθιας επιφάνειας του θώρακα. Ο αναιρεσίβλητος οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου έγινε καθαρισμός των τραυμάτων και συρραφή υπό νάρκωση, διαπιστώθηκε δε η νέκρωση του δευτέρου και τρίτου δακτύλου του δεξιού ποδιού και συνεστήθη χειρουργικός καθαρισμός. Νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο «Ο Ευαγγε- λισμός» έως 2.9.2003, οπότε εξήλθε με δική του πρωτοβουλία. Αυθημερόν, εισήλθε στο ιδιωτικό νοσοκομείο «Ερρίκος Ντυνάν», όπου νοσηλεύτηκε έως 6.9.2003. Στο εν λόγω νοσοκομείο υποβλήθηκε σε ευρύ χειρουργικό καθαρισμό, έλεγχο αιματώσεως των κάτω άκρων με μικροχειρουργική τεχνική και σε ακρωτηριασμό του δευτέρου δακτύλου του δεξιού ποδιού, στο ύψος της πρώτης φάλαγγας. Στις 19.9.2003 προσήλθε εκ νέου στο ίδιο νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό του τρίτου δακτύλου του δεξιού ποδιού στο ύψος της ονυχοφόρου φάλαγγας. Διαπιστώθηκε, επίσης, μετεγχειρητική δυσκαμψία και συμφύσεις του αριστερού γαστροκνημίου και κρίθηκε ότι θα πρέπει να ακολουθήσει μακροχρόνιο και εντατικό πρόγραμμα φυσιοθεραπείας. Στις 19.1.2004 εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου «Ο Ευαγγελισμός», όπου διαπιστώθηκε μετρίου βαθμού σκωλίωση του ρινικού διαφράγματος και συνεστήθη πλαστική αυτού. Περαιτέρω, στις 22.1.2004 εξετάστηκε στο Β ́ Ορθοπεδικό τμήμα του Νοσοκομείου «ΚΑΤ», όπου βρέθηκε να πάσχει από κάκωση της σπονδυλικής στήλης, χωρίς νευρολογική σημειολογία, εξαιτίας, όπως σημειώνεται στη σχετική γνωμάτευση, «αναφερόμενου προηγούμενου τραυματισμού του». Στις δε 2.2.2004 εξετάστηκε στο νευροχειρουργικό τμήμα του ίδιου νοσοκομείου, όπου βρέθηκε να πάσχει από κεφαλαλγία ημικρανικού τύπου και ιλίγγους, συνεπεία, όπως σημειώνεται στη σχετική γνωμάτευση, «αναφερομένου ατυχήματος», ενώ, στις 5.2.2004, που εξετάστηκε από ιατρούς του Τμήματος Χειρουργικής Χεριού και Μικροχειρουργικής του ίδιου νοσοκομείου, συνεστήθη σ” αυτόν ενδυνάμωση του εναπομείναντος τμήματος της έσω και της έξω κεφαλής του αριστερού γαστροκνημίου. Εξάλλου, στις 10.2.2004 ο αναιρεσείων υπεβλήθη σε ακοολογικό έλεγχο στα εξωτερικά ιατρεία του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Γιώργος Γεννηματάς», όπου διαπιστώθηκε νευροαισθητήριος βαρηκοΐα και στα δύο αυτιά, ενώ, με την 949/2.3.2004 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Ν.Α. Ανατολικής Αττικής κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό άνω του 67% για τρία έτη και ανίκανος για εργασία εξαιτίας: «Βαρηκοΐας άμφω, ημικρανίας, ιλίγγων και ακρωτη- ριασμών δύο δακτύλων δεξιού άκρου ποδός». Κατόπιν τούτου, απαλλάχθηκε από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις (κατηγορία I5). Επίσης, στις 24.5.2004, κατά την εξέταση αυτού στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου «Γιώργος Γεννηματάς», διαπιστώθηκε διατομή έσω κεφαλής του αριστερού γαστρο- κνημίου με σοβαρά λειτουργικά ενοχλήματα, ακρωτηριασμός του δευτέρου και τρίτου δακτύλου του δεξιού ποδιού και μεγάλου βαθμού νευροαισθητήριος βαρηκοΐα άμφω. Περαιτέρω, νοσηλεύθηκε στο τμήμα Πλαστικής του Β” Χειρουργικού Τομέα του νοσοκομείου «ΚΑΤ» κατά το χρονικό διάστημα από 2.11.2004 έως 5.11.2004, λόγω μετατραυματικής ρήξης του γαστροκνημιαίου μυός, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό των συμφύσεων του εν λόγω μυός.

8. Με την 5553/2008 οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου και της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής να του καταβάλουν, εις ολόκληρον και νομιμοτόκως, τα ποσά των 5.500 ευρώ ως αποζημίωση για θετική ζημία, 10.000 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση (άρθρο 931 του ΑΚ) και 40.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ” άρθρο 932 ΑΚ. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, ο αναιρεσίβλητος καθώς και το Ελληνικό Δημόσιο και η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή άσκησαν αντίθετες εφέσεις. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με την έφεσή του και το σχετικό υπόμνημά του, ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, κατά το μέρος αυτής με το οποίο είχε γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή, προβάλλοντας ότι εσφαλμένως κρίθηκε με αυτή ότι ως κύριος του Παναθηναϊκού Σταδίου ευθύνεται σε αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, ότι η ευθύνη αυτή βαρύνει την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, ότι το ανωτέρω ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου, ότι εσφαλμένως επιδικάστηκε σ ́ αυτόν αποζημίωση κατά το άρθρο 931 του ΑΚ και ότι το εν λόγω ποσό αποζημιώσεως (10.000 ευρώ) και το ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι εν προκειμένω υπερβολικά. Το δικάσαν εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη ότι: α) η κυριότητα του Παναθηναϊκού Σταδίου ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 925 του ΑΚ καθιερώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του κυρίου του κτίσματος ή άλλου έργου για τη ζημία που προκάλεσε σε τρίτον η πτώση του, απαλλασσομένου του κυρίου μόνο στην περίπτωση που αποδείξει ότι η πτώση δεν οφειλόταν σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση αλλά σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ίδιου του βλαβέντος ή τρίτου, β) η διοίκηση, διαχείριση και ευθύνη συντηρήσεως του Παναθηναϊκού Σταδίου ανήκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3148/1955, στην Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 3 § θ ́ του π.δ. 130/2000, από 1.1.2001 αυτή είναι αρμόδια να διοικεί και να διαχειρίζεται, μεταξύ άλλων, το ανωτέρω Στάδιο, γ) η ως άνω μαρμάρινη πλάκα βρισκόταν τοποθετημένη στον αγωνιστικό χώρο του Σταδίου τουλάχιστον από το έτος 1994, κατά δε το χρονικό διάστημα 1994-1999, η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, που ήταν η μόνη υπεύθυνη για τη συντήρηση του εν λόγω Σταδίου, δεν προέβη σε καμία εργασία συντηρήσεως της συγκεκριμένης πλάκας ούτε σε έλεγχο του τρόπου τοποθετήσεως και της ευστάθειας αυτής, όπως προέκυψε από το περιεχόμενο της καταθέσεως του μάρτυρα Ξ.Στ., μηχανικού και υπαλλήλου του Υπουργείου Πολιτισμού, δ) ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε παρακολουθήσει τους ανωτέρω δοκιμαστικούς αγώνες ως θεατής την ημέρα του ατυχήματος, είχε εγκαταλείψει, όπως συνομολόγησε με την ανωτέρω αγωγή, τις κερκίδες των θεατών και είχε εισέλθει στον αγωνιστικό χώρο του Παναθηναϊκού Σταδίου, όπου βρισκόταν η επίδικη μαρμάρινη πλάκα, δηλαδή εισήλθε σε χώρο, ως εκ του προορισμού του, μη προσιτό στο κοινό, γεγο- νός που, ασφαλώς, γνώριζε ως ενήλικας και ως μέλος αθλητικού συλλόγου, ε) ο Γ.Φ., μάρτυρας του αναιρεσιβλήτου, στην επ” ακροατηρίω κατάθεσή του κατά την εκδίκαση της αιτήσεως του άρθρου 211 επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ανέφερε ότι στην είσοδο του Σταδίου υπήρχαν απαγορευτικές πινακίδες, άσχετες με το σημείο του συμβάντος, στ) ο αναιρεσίβλητος, παρά την είσοδό του σε χώρο μη προσιτό στο κοινό, δηλαδή στον αγωνιστικό χώρο του Παναθηναϊκού Σταδίου, δεν απομακρύνθηκε από αυτόν από τα αρμόδια κατ” άρθρο 41Δ του ν. 2723/1999 όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας και ζ) σύμφωνα με την από 22.8.2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αρχιτέκτονα μηχανικού Αγ.Κ., η πτώση της μαρμάρινης πλάκας, η οποία, όπισθέν της, βρισκόταν σε επαφή με τον μαρμάρινο περιμετρικό τοίχο, οφειλόταν αφενός μεν στο γεγονός ότι η στερέωσή της δεν είχε γίνει με τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο από άποψη ασφαλείας, εφόσον η πλάκα στηριζόταν στη βάση της ουσιαστικά από το ίδιο το βάρος της και τα ίχνη μαρμαρόκολας που υπήρχαν στη βάση της δεν πρόσφεραν καμία ασφάλεια, καθώς από τον χρόνο είχε αδρανοποιηθεί η συγκολλητική της ικανότητα σε σχέση με το βάρος της πλάκας, το οποίο πλησίαζε τα 850 κιλά, αφετέρου δε, σε ελκτική δύναμη που ασκήθηκε στην μαρμάρινη πλάκα και η οποία αρκούσε να είναι 39,05 κιλά στο άνω μέρος της πλάκας και 65,6 κιλά στην κορυφή του μαρμάρινου περιμετρικού τοίχου. Κατόπιν αυτών το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι η πτώση της εν λόγω μαρμάρινης πλάκας οφειλόταν κατά ένα μέρος σε ελαττωματική στήριξη αυτής κατά την τοποθέτησή της, δοθέντος ότι η εν λόγω τοποθέτηση δεν ενεργήθηκε με τον ενδεδειγμένο από άποψη τεχνικής τρόπο, ενόψει και του μεγάλου βάρους της πλάκας (χρησιμοποιήθηκε μαρμαρόκολα, που με το χρόνο αδρανοποιείται η συγκολλητική της ικανότητα σε σχέση με το βάρος της πλάκας αντί ειδικών βλήτρων και εποξειδικών ρητινών), καθώς και σε έλλειψη ελέγχου του τρόπου τοποθετήσεως και συντηρήσεως αυτής, γεγονότα που βρίσκονταν σε αιτιώδη συνάφεια με την πτώση της πλάκας, η οποία θα είχε αποφευχθεί, εάν εξαρχής η επίδικη πλάκα είχε τοποθετηθεί με ορθό, από τεχνικής επόψεως, τρόπο ή είχε εγκαίρως εντοπιστεί και διορθωθεί το συγκεκριμένο ελάττωμα κατά τη συντήρησή της. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι η πτώση της πλάκας αυτής οφειλόταν και σε ελκτική δύναμη που άσκησε πάνω της ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος, εγκαταλείποντας τις κερκίδες των θεατών, εισήλθε στον αγωνιστικό χώρο του Παναθηναϊκού Σταδίου, δηλαδή σε χώρο μη προσιτό, ως εκ του προορισμού του, στο κοινό, αν και, ως ενήλικας και αθλητής ο ίδιος, γνώριζε ότι δεν είναι επιτρεπτή η είσοδος θεατών στους αγωνιστικούς χώρους των σταδίων. Η είσοδός του στον αγωνιστικό χώρο, η οποία δεν αποτράπηκε μεν από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, λόγω της πλημμελούς φυλάξεως αυτού, πραγματοποιήθηκε όμως παρά την ύπαρξη σχετικών απαγορευτικών πινακίδων, δεδομένου ότι όπως προέκυψε από την προφορική κατάθεση του Γεωργίου Φουρουντζόπουλου, μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου, υπήρχαν απαγορευτικές πινακίδες στην είσοδο του Παναθηναϊκού Σταδίου. Ενόψει των ανωτέρω το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι το ανωτέρω ατύχημα οφειλόταν σε υπαιτιότητα: α) του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ιδιότητας αυτού ως κυρίου του Παναθηναϊκού Σταδίου και λόγω της ελλιπούς φυλάξεως του αγωνιστικού χώρου του Σταδίου από τα αστυνομικά όργανα που υπάγονται στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, β) της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, υπεύθυνης για τον αρχικό έλεγχο (το έτος 1994) της ορθότητας, από τεχνική έποψη, της στερεώσεως της επίδικης πλάκας και της συντηρήσεώς της έως το έτος 2000, γεγονότα που στοιχειοθετούν την ευθύνη τους προς αποζημίωση εις ολόκληρον του αναιρεσιβλήτου, με βάση τα άρθρα 105-106 ΕισΝΑΚ και γ) του ίδιου του αναιρεσιβλήτου, η συνυπαιτιότητα του οποίου προσδιορίστηκε, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω συνθηκών του ατυχήματος, σε ποσοστό 50%. Ακολούθως, το δικάσαν εφετείο έλαβε υπόψη ότι ο αναιρεσίβλητος: α) υπέστη, εξαιτίας του προαναφερομέ- νου ατυχήματος, διατομή έσω κεφαλής του αριστερού γαστροκνημίου και ακρωτηριασμό του δευτέρου και τρίτου δακτύλου του δεξιού ποδιού, ενώ, παρουσιάζει σοβαρά λειτουργικά ενοχλήματα, μεγάλου βαθμού νευροαισθητήριο βαρηκοΐα άμφω και ψυχολογικά προβλήματα, β) λόγω των ανωτέρω παθήσεων κρίθηκε ανάπηρος, σε ποσοστό άνω του 67% (βλ. τις 949/2.3.2004 και 735/13.3.2007 γνωματεύσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Ν.Α. Ανατολικής Αττικής) και έλαβε απαλλαγή από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις (κατηγορία I5), γ) ενόψει της φύσεως των τραυμάτων που υπέστη και των χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε (ακρωτηριασμοί), η σωματική του ακεραιότητα έχει κλονιστεί, δεν πρόκειται δε να επανέλθει ποτέ στην προ του τραυματισμού του κατάσταση (βλ. την 4684/16.10.2003 ιατρική γνωμάτευση του Αναπληρωτή Διευθυντή της Γ” Ορθοπεδικής Κλινικής Νοσοκομείου «Ερρίκος Ντυνάν»), δ) εξαιτίας του τραυματισμού του και της απότοκης αυτού αναπηρίας του, αποκλείεται να ασκήσει στο μέλλον το επάγγελμα του μοντέλου, καθίσταται δε ιδιαίτερα δυσχερής η άσκηση κάθε επαγγέλματος που απαιτεί ακμαίες σωματικές δυνάμεις και, πάντως, η αναπηρία του αποτελεί αρνητικό στοι- χείο για την επαγγελματική εξέλιξη και πρόοδό του, σε οποιοδήποτε επάγγελμα θα διάλεγε να ακολουθήσει, ενόψει και των συνθηκών του ολοένα αυξανόμενου ανταγωνισμού και της στενότητας στην αγορά εργασίας που ήδη επικρατούν και ε) θα πρέπει να είναι προσεκτικός στο μέλλον, κατά την άσκηση σωματικών δραστηριοτήτων, αποφεύγοντας εκείνες που ενέχουν κινδύνους τραυματισμού του, ενδέχεται δε η κατά- σταση της υγείας του, οι ακρωτηριασμοί των δύο δακτύλων και η δυσμορφία του περιγράμματος της αριστερής κνήμης, πλην των αισθητικής φύσεως επιπτώσεων, να του προκαλέσουν κινητικά προβλήματα και, κατ” επέκταση, να περιορίσουν τις συναναστροφές του και να επηρεάσουν δυσμενώς την κοινωνική και προσωπική του εξέλιξη. Κατόπιν αυτών το εφετείο έκρινε ότι, με δεδομένες τις εν λόγω αρνητικές επιδράσεις στη μελλοντική οικονομική, κοινωνική και προσωπική εξέλιξη και αποκατάσταση του αναιρεσιβλήτου και τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημά του, τη νεαρή ηλικία του και το βαθμό του συντρέχοντος πταίσματος αυτού, ότι πρέπει να επιδικαστεί σ” αυτόν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, το εύλογο χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ. Τέλος, το δικάσαν δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω στοιχεία και, περαιτέρω, την επίδραση της βλάβης της υγείας του αναιρεσιβλήτου επί της προσωπικότητάς του, το είδος και την έκταση της αναπηρίας του και την επίδραση επί της ψυχικής του υγείας, το γεγονός ότι στο μέλλον θα στερείται πολλές δραστηριότητες και χαρές της ζωής που απολάμβανε έως την ημέρα του ατυχήματος, ότι δοκίμασε και δοκιμάζει βαθύ σωματικό και ψυχικό πόνο, την κοινωνική του κατάσταση καθώς και την οικονομική κατάσταση αυτού, του Ελληνικού Δημοσίου και της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, έκρινε ότι εξαιτίας του ανωτέρω ατυχήματος, ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας του επιδίκασε, κατ” άρθρο 932 ΑΚ, αναγνωριστικώς, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 200.000 ευρώ.

9. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 925 του ΑΚ. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως του ΑΚ, καθότι α) το Ελληνικό Δημόσιο έχει μεν στην κυριότητά του τον λόφο του Αρδηττού με το Παναθηναϊκό Στάδιο, όχι όμως και την κυριότητα των επίδικων μαρμάρινων στηλών, οι οποίες δεν τοποθετήθηκαν από αυτό αλλά από όργανα της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής ή άλλων φορέων, β) οι επίμαχες στήλες δεν αποτελούν συστατικά του ακινήτου κατά την έννοια του άρθρου 954 και, συνεπώς, το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε κυριότητα ή νομή επ” αυτών και γ) τη διοίκηση, διαχείριση και χρήση του Παναθηναϊκού Σταδίου είχε από συστάσεώς της και εξακολουθεί να έχει η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, κατά τον χρόνο δε του επίδικου ατυχήματος την πλήρη ευθύνη για την καλή χρήση και τη διαφύλαξη των χώρων καθώς και την ασφάλεια των εργαζομένων, αθλητών και εισερχομένων στους χώρους του Σταδίου είχε η εταιρεία «Αθήνα 2004».

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι η επίδικη μαρμάρινη πλάκα, όπως περιγράφεται και στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνδεόταν σταθερά με το έδαφος και είχε γίνει συστατικό, σύμφωνα με το άρθρο 953 του ΑΚ, του Παναθηναϊκού Σταδίου, είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι, με βάση τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η στερέωση της επίμαχης πλάκας δεν είχε γίνει με τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο από την άποψη της ασφάλειας. Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο, ως κύριος του Παναθηναϊκού Σταδίου, κατέστη κύριος και της επίδικης πλάκας, ως συστατικού του Σταδίου, από την τοποθέτησή της στον χώρο του Σταδίου με βάση τη διάταξη του άρθρου 1057 του ΑΚ και, ως εκ τούτου, ορθώς έκρινε το δικάσαν εφετείο ότι το αναιρεσείον Δημόσιο ευθύνεται για τη ζημία που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την πτώση της εν λόγω πλάκας κατά το άρθρο 925 του ΑΚ, η κρίση του δε αυτή, ενόψει των προεκτεθέντων, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως που παρα- τέθηκε ανωτέρω, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο ευθύνεται σε αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου όχι μόνο λόγω της ιδιότητάς του ως κυρίου του Παναθηναϊκού Σταδίου αλλά και λόγω της ελλιπούς φυλάξεως του αγωνιστικού χώρου του Σταδίου από τα αστυνομικά όργανα που υπάγονται στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, η τελευταία όμως αυτή κρίση δεν πλήσσεται με την κρινόμενη αίτηση.

10. Προβάλλεται περαιτέρω ότι το δικάσαν εφετείο κατ” εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 10.000 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση καθότι: α) η εν λόγω διάταξη δεν παρέχει αυτοτελές δικαίωμα αποζημιώσεως, β) ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέστηκε άλλα περιστατικά, πέραν εκείνων στα οποία θεμελίωσε τις ερειδόμενες στα άρθρα 929 και 932 του ΑΚ αξιώσεις του, από τα οποία να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του, γ) η όποια επίπτωση της αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου στο οικονομικό, κοινωνικό και επαγγελματικό του μέλλον ελήφθη υπόψη κατά την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και δ) ο αναιρεσίβλητος δεν είναι ανίκανος για κάθε εργασία και δη για εργασία γραφείου ή οποιαδήποτε εργασία πνευματική αλλά και χειρωνακτική. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, το άρθρο 931 του ΑΚ παρέχει αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ, επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξή του. Περαιτέρω, ο αναιρεσίβλητος είχε επικαλεστεί με την αγωγή του, κατά τρόπο συγκεκριμένο, περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τα άρθρα 929 και 932 του ΑΚ, από τα οποία προέκυπταν οι ιδιαίτεροι λόγοι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του, η προεκτεθείσα δε κρίση του δικάσαντος εφετείου σχετικά με την επιδίκαση της πρόσθετης αποζημιώσεως του άρθρου 931 του ΑΚ είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Κατά τα λοιπά, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αμφισβητούνται περαιτέρω οι ουσιαστικές κρίσεις της αναιρεσιβαλλομένης και, ειδικότερα, η εκτίμηση από το δικάσαν εφετείο του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου στην μελλοντική επαγγελματική του εξέλιξη είναι απορρριπτέος ως απαράδεκτος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για τον προσδιορισμό του ύψους του εύλογου χρηματικού ποσού κατά το άρθρο 931 του ΑΚ το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα νόμιμα στοιχεία (είδος και συνέπειες της αναπηρίας, ηλικία του παθόντος, συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας στην πρόκληση της αναπηρίας). Κατόπιν αυτού είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως σχετικά με το ύψος του επιδικασθέντος ποσού της πρόσθετης αποζημιώσεως, κατά τον οποίο το επιδικασθέν ποσό είναι υπερβολικά υψηλό λόγω της αναγνωρισθείσας συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου σε ποσοστό 50% και του είδους και του βαθμού της προκληθείσας αναπηρίας που δεν του στερεί τη δυνατότητα να ασκεί κάποιες από τις εργασίες που ασκούσε και πριν τον τραυματισμό του (παραγωγός διαφημίσεων, δάσκαλος εκμαθήσεως μουσικών οργάνων) καθώς και επαγγέλματα γραφείου και χειρωνακτικές εργασίες, διότι με αυτόν, όπως διατυπώνεται, πλήσσεται η σχετική, ανέλεγκτη κατ” αναίρεση, ουσιαστική κρίση του δικάσαντος εφετείου.

11. Προβάλλεται, τέλος, ότι το εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας. Ειδικότερα, το αναιρεσείον Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το επιδικασθέν ποσό είναι υπερβολικά υψηλό για τους ίδιους λόγους που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη σχετικά με την πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι η κρίση του διοικητικού εφετείου ως προς τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης είναι επαρκώς αιτιολογημένη καθότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παρατέθηκε ανωτέρω, το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα νόμιμα στοιχεία, μεταξύ των οποίων και τη συνυπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου.

Εξάλλου, κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως το διοικητικό εφετείο δεν υπερέβη τα άκρα όρια της διαγραφόμενης από το άρθρο 932 του ΑΚ εξουσίας του και, ως εκ τούτου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, περαιτέρω δε, όπως προεκτέθηκε, στο πλαίσιο του αναιρετικού ελέγχου της δικα- στικής κρίσεως περί του καθορισμού του ευλόγου ύψους του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας. Η εκτίμηση δε από το δικάσαν δικαστήριο των τεθέντων υπ” όψιν του πραγματικών περιστατικών της κρινόμενης περιπτώσεως κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως καθώς και ο προσδιορισμός από αυτό του ύψους της δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο και, συνεπώς, απαραδέκτως πλήσσεται κατά το μέρος αυτό, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, το αναιρεσείον Δημόσιο προβάλλει ότι μεταξύ της αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και της χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη πρέπει να υπάρχει αναλογία, ως εκ τούτου δε, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης το εφετείο έπρεπε να λάβει υπόψη του ότι ο αναιρεσίβλητος δεν απέδειξε την ύπαρξη περιου- σιακής ζημίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία (βλ. ΑΠ 1438/2013, 150/2015, πρβλ. ΣτΕ 1696/2003, 2412/2009).