images

ΑΠ 909/2017: Μη καταχρηστική η αξίωση εργαζομένου για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, λόγω μη διαμαρτυρίας του και αδράνειας αυτού επί τριετία.

Επί αξιώσεων απολυθέντος εργαζομένου για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, επιδομάτων κλπ, μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο εργοδότη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι δεν προτίθεται ν’ ασκήσει τις αξιώσεις αυτές (βλ. ΑΠ 768/2016, ΑΠ 1103/2013 ).

Αριθμός 909/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ………….., με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….» που έχει την έδρα της στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ……………, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/6/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1275/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 824/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/12/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 4/11/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλ’ απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν ασκηθεί εναντίον του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ, ΑΠ 62 /1990, Ολ, ΑΠ 56/1990).

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ, ΑΠ 8/2001, ΑΠ 38/2015).

Περαιτέρω, επί αξιώσεων απολυθέντος εργαζομένου για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, επιδομάτων κλπ, μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο εργοδότη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι δεν προτίθεται ν’ ασκήσει τις αξιώσεις αυτές (βλ. ΑΠ 768/2016, ΑΠ 1103/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ,Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006 Ολ, ΑΠ 4/2005).

Στη προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την από 13.06.2008 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία κατά την 09.04.2003, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως χειριστής τσάπας, στα έργα κατασκευής της Εγνατίας Οδού, που αυτή είχε αναλάβει, παρέχοντας την εργασία του στο εργοτάξιο της στο Μέτσοβο, εργαζόμενος υπό την αυτή ειδικότητα μέχρι τις 27.09.2005, οπότε και καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας και του καταβλήθηκε η αποζημίωση απόλυσης. Ότι από την εργασία που παρείχε για το χρονικό διάστημα από 9-4-2003 έως 27-9-2005, έχει για τις αναφερόμενες στην αγωγή αιτίες, σε βάρος της εναγομένης τις περιγραφόμενες σ’ αυτή (αγωγή) αξιώσεις, συνολικού ποσού 250.479 ευρώ, Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1275/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή, κατά παραδοχή της ενστάσεως του 281 ΑΚ. Μετά από άσκηση εφέσεως κατά της απόφασης αυτής εκ μέρους του ενάγοντος , εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα ως προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που προέβαλε η εναγόμενη: «… ο εκκαλών ενάγων, κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του, δεν διαμαρτυρήθηκε στην εφεσίβλητη εναγόμενη για τη μη καταβολή των ανωτέρω απαιτήσεών του, αλλά και κατά την καταγγελία, στις 27-9-2005, της σύμβασης εργασίας του από την εργοδότρια εταιρεία, με την ταυτόχρονη καταβολή της νομίμου αποζημίωσης απολύσεώς του, επίσης δεν διατύπωσε καμιά αντίρρηση ή επιφύλαξη για τις καταβαλλόμενες σ’ αυτόν αποδοχές [επισημαίνεται ότι οι τακτικές αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίσθηκε η αποζημίωση απολύσεώς που αυτός έλαβε, ανέρχονταν στις καταβαλλόμενες σ’ αυτόν, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αποδοχές εκ ποσού 2.015,64 ευρώ, χωρίς μάλιστα τον συνυπολογισμό στις τελευταίες των αμοιβών για την παροχή ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας, νόμιμης υπερωριακής εργασίας καθώς και προσαύξησης 75% για την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές], θεωρώντας τις, επομένως, ως ορθά καταβαλλόμενες, προβάλλοντας τις σχετικές εργασιακές αξιώσεις, το πρώτον, με την κατάθεση της ένδικης από 13-6-2008 αγωγής του, περίπου τρία έτη μετά την ως άνω αναγνωρισθείσα, ως έγκυρη, απόλυση του, με αποτέλεσμα, ευλόγα, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, να δημιουργηθεί η πεποίθηση στην εφεσίβλητη εναγομένη, ότι ο εκκαλών ενάγων δεν θα αξιώσει τα με την αγωγή του ασκούμενα δικαιώματα, ώστε η κρινόμενη αγωγή των ως άνω δικαιωμάτων του εκκαλούντος ενάγοντος, υπό την συγκεκριμένη συμπεριφορά που αυτός επέδειξε, ενόψει μάλιστα και του συνολικού ύψους των αιτουμένων από αυτόν κονδυλίων (250.479 ευρώ), να είναι καταχρηστική και απαγορευμένη, γιατί υπερβαίνει κατά τρόπο προφανή τα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ιδίως τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, επιβαλλόμενα ακραία όρια.
Κατά συνέπεια, η συναφής ένσταση της εφεσίβλητης εναγομένης, που ήταν ορισμένη και νόμιμη και η οποία παραδεκτά …προβλήθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη, πρέπει να γίνει και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αιτούμενα αγωγικά κονδύλια για διαφορές από την αμοιβή της εργασίας του κατά τις Κυριακές, για αμοιβή για την παροχή εργασίας κατά το Σάββατο, καθώς και για διαφορές αποδοχών και επιδομάτων αδείας καθώς και επιδομάτων εορτών, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα της εργασίας του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε τα ίδια, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε…».
Κατόπιν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή κατ’ ουσιαστική παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος που είχε προτείνει η εναγόμενη και απέρριψε την έφεση και τους προσθέτους λόγους έφεσης του ενάγοντος καθώς και την αντέφεση της εναγόμενης.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση την διάταξη του όρθρου 281 ΑΚ καθόσον αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η ως άνω διάταξη για την εφαρμογή της, ενόψει του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται παραδοχές για την συνδρομή ιδιαιτέρων περιστάσεων αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου ενάγοντος όσο και της υπόχρεης εναγόμενης, η τελευταία των οποίων να συνδέεται αιτιωδώς με την όμοια του δικαιούχου, ώστε συντρεχουσών και των λοιπών αναφερομένων περιστατικών (μη διαμαρτυρία του ενάγοντος προς την εναγόμενη, αδράνεια του δικαιούχου επί τριετία, αδιαμαρτύρητη είσπραξη αποδοχών κατώτερων των δικαιουμένων, ανατροπή της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί με την άσκηση των επιδίκων αξιώσεων) η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Επομένως, δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, για την παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος είναι βάσιμος. Ενόψει της παραδοχής του παραπάνω λόγου της αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Επομένως, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Αθηνών), του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’αριθμ. 824/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος)

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ